Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

"Αισθητικές αναλύσεις δημιουργών" - Η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

"Αισθητικές αναλύσεις δημιουργών" - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ





Μίνα Παπανικολάου -


Αισθητικές Αναλύσεις Δημιουργών, τιτλοφορείται το νέο πόνημα της φίλης Σοφίας Στρέζου, που κυκλοφορεί από την ΑΝΕΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ και πρόκειται για ένα έργο στο οποίο ανθολογούνται 17 δημιουργοί, 17 βιβλία, 17 καταθέσεις και αποστάγματα ψυχών, βιωμάτων , ανατάσεων και καταδύσεων, στα άδυτα των αδύτων, στις διαδρομές από ταις ψυχές στην πένα και στο χαρτί..

Πώς αλλιώς να ξεκινήσω την προσέγγιση, έστω και στο ελάχιστο της προσπάθειας αυτής; Πώς να αναλύσω τη φίλη και συνοδοιπόρο τα τελευταία δύο χρόνια Σοφία; Και πώς να κάνω εκείνο που με αγάπη και διακριτική φροντίδα έκανε εκείνη σε μένα; Να δω πίσω από τι λέξεις της δηλαδή και να ψυχανεμιστώ τα «κρυμμένα της» ώστε να σας τα παρουσιάσω απόψε; Δυσκολεύτηκα πολύ όταν μου το πρότεινε και σκέφτηκα πως η εμπιστοσύνη και η εκτίμηση που μου έδειξε εξαρχής, συνεχίζεται… σαν έργο που απλώς του προσθέτεις επεισόδια, χτίζοντας μια σειρά αμοιβαίας εκτίμησης, φιλίας και ζωής. Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο της διαπίστωσα πως την ίδια φροντίδα και σεβασμό έδειξε σε όλους ανεξαιρέτως τους δημιουργούς, σε όλα ανεξαιρέτως τα βιβλία του τόμου που έχουμε τη χαρά να παρουσιάζουμε σήμερα. Έτσι κατέληξα να μιλήσω για τη Σοφία ,όχι μόνο πίσω από τις λέξεις της με τις οποίες μας περιγράφει, μας αναλύει και μας ψάχνει, αλλά τη Σοφία της ανάγκης να προσφέρει, να αναδεικνύει και να μοιράζει απλόχερα τη νέα γνώση που αποκτά καθημερινά, αφιερώνοντας χρόνο από το χρόνο της, ουσία από την ουσία της, πόνο από τον πόνο της, λες και κάτι ξεχρεώνει σε τούτη τη ζωή. Διαβάζοντας ξανά και ξανά τις μικρές ή μεγάλες ανακαλύψεις της στην ανθολογία κατάλαβα με τη σειρά μου εκείνα που νόμιζε πως μου έκρυβε επιμελώς.

Η Σοφία σε αυτό το βιβλίο της ψάχνει την ταυτότητά της και ταυτίζεται σε κάθε στιγμιαία ανακάλυψη του έσω εαυτού της με τον καθένα από μας, πάσχει και συμπάσχει, θλίβεται στην απώλειά μας και ενθουσιάζεται στη συνάντησή μας με το Εγώ μας, εκλιπαρεί για κατανόηση και έρωτα, ηρωοποιείται με κάθε έγερσή μας , ερωτεύεται τους ήρωές μας και υμνεί όσα τα μάτια ή η καρδιά μας ονόμασε «όμορφα», διώχνει τις σκιές μας και προστατεύει τα παιδιά-βιβλία μας με γλυκύτητα, θρηνεί στις δακρυσμένες λέξεις μας και χαμογελά στο πρώτο χάδι του ήλιου μας!! Αυτό ονομάζεται από τις επιστήμες της Ψυχολογίας «Ενσυναίσθηση».Είναι η ικανότητα, που με συνεχή τριβή και εξάσκηση εξελίσσεται σε αποκρυσταλλωμένη δεξιότητα και αφορά στην διαδικασία εκείνη κατά την οποία το άτομο μπορεί να μπει στη θέση του άλλου, με απλά λόγια.

Σκεφτείτε πόσο μα πόσο δύσκολο είναι αυτό. Στην καθημερινότητά μας, όλοι μας δυσκολευόμαστε να δώσουμε τη θέση μας σε ένα λεωφορείο σε κάποιον άλλον. Παρκάρουμε σε διαβάσεις πεζών, λέμε μικρά ή μεγάλα ψέματα, καταργούμε νόμους και συνθήκες, χωρίς ποτέ να μπούμε στη θέση του άλλου. Χωρίς ποτέ να σκεφθούμε τις επιπτώσεις των πράξεων ή των παραλείψεών μας. Ενισχύουμε το Εγώ, χωρίς να προσπαθούμε καν να προσεγγίσουμε το Εμείς ή το Εσύ.
Πόσο χαρήκαμε με την ανθολογία αυτή!!! Το Εγώ μας σε βιβλίο. Σε ένα ακόμα βιβλίο. Μαζί με άλλους καλούς και αξιόλογους δημιουργούς και καταθέτες ψυχής. Το όνομά μας σε ένα ακόμα βιβλίο! Χαράς ευαγγέλια!
Και η Σοφία;
Ποια είναι η Σοφία των λέξεων και των αναλύσεων; Θα σας πω.
Παιδί ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη μια ζωή απλή, με οράματα και στόχους. Όπως ο καθένας μας, έτσι κι εκείνη άλλα πέτυχε άλλα όχι. Είναι μια γυναίκα που είναι παράλληλα σύζυγος, μητέρα, αδερφή, κόρη, φίλη. Ρωτώντας , δεν φαντάζεται η ίδια που και πως, έμαθα πως με τον ίδιο σεβασμό που φρόντισε τα βιβλία μας, φρόντιζε πάντα τη δουλειά της, την οικογένειά της, τους φίλους της. Κι αυτό το έζησα κι εγώ σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής μου, όταν χρειάστηκα φίλους αληθινούς. Ήταν εκεί ολόκληρη. Και την ευχαριστώ. Τα δύο προηγούμενα πνευματικά παιδιά της «Ψυχής Αγγίγματα» και «Νυχτερινό Πρελούδιο» κοσμούν τη βιβλιοθήκη μου. Ήρθε η σειρά των Αισθητικών της Αναλύσεων να συμπληρώσει την εν εξελίξει πορεία της και να τιμήσει ξανά την Ποίηση και τη Λογοτεχνία και τους δημιουργούς της με τον καλύτερο τρόπο. Τιμώντας τους διπλά. Δίνοντας διαχρονική αξία στο έργο τους και στο συμπυκνωμένο δικό της έργο.

Δημήτρης Ερατεινός - τραγούδι
Ας ξεκινήσω να σας παρουσιάζω τα έργα, τους δημιουργούς και κυρίως τη Σοφία δίπλα από αυτούς/εμάς.

~Στο έργο της Μελίτας Αδάμ «Ψηλαφώ την ψυχή μου», βρίσκουμε τη Σοφία ως τη γυναίκα που στερείται τον άνθρωπό της , χορτάτη όμως από τα κοινά βιώματα μιας γεμάτης ζωής. Τώρα πρέπει να συνεχίσει την πορεία της, με τις μνήμες συντροφιά. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως ξεχνά. Σαν έτοιμη από καιρό , σαν θαρραλέα, προχωρά. Η ζωή εξάλλου, δεν δίνει ευκαιρίες αναμονής.
(Δημήτρης Σαμαρτζής – απαγγελία)
Μετά, το τίποτα
Ποιος ποτέ οριοθέτησε τη μοναξιά;
Ποιος έβαλε πλαίσιο στην ερημιά;
Ποιος εμπόδισε τις σκιές της νύχτας
να περιζώσουν ασφυκτικά
την ψυχή;
Ποιος άφησε την ομίχλη να φράξει
τους ανοιχτούς πόρους
του πληγωμένου κορμιού;
Ποιος άπλωσε το δίχτυ και
δεν μπορώ να φτάσω στον ουρανό;
Ποιος απόθεσε το βράχο στη γάργαρη πηγή;
Το ποτάμι στέρεψε.
Διψώ. Όλα είναι ακίνητα.
Μισώ την ακινησία.
Είναι το τίποτα...

Ο καιρός άλλαξε
η γαλάζια θάλασσα σταχτώθηκε.
Η ομίχλη σκέπασε τα πάντα.
Μετά, το τίποτα...

Μελανόμορφα σύννεφα
έκλεψαν τις σκέψεις.
Χάθηκα στο χάος του χθες.
Μετά, το τίποτα...

Το φως του δειλινού
έλουσε τους τρατάρηδες
που έβγαιναν για ψάρια
ωσότου το σκοτάδι τους έφαγε.
Μετά το τίποτα...

Ο μαΐστρος καλπάζοντας
έστριψε στον κάβο.
Η βάρκα βυθίστηκε.
Μετά, το τίποτα...

Πάνω στον ακρόλοφο
ήσαν τα όριά μου.
Τα ξεπέρασα. Πτώση.
Μετά, το τίποτα...

Τότε διάβηκα
την ατρικύμιαστη λίμνη
ως τη μέση, εκεί βυθίστηκα.
Μετά, το τίποτα...

Το φονικό έγινε
τη χρονιά που η μνήμη
άρχισε να γεννιέται.
Μετά, το τίποτα...

Πασιχαρής ανέβηκε
στο βαγόνι.
Μου κούνησε το άσπρο της μαντήλι.
Το τρένο σφύριξε. Έφυγε.
Μετά, το τίποτα...



~Στο έργο της Ρένας Βασιλά «Μοναξιάς κυκλάμινα», η Σοφία μεταλλάσσεται στην ύπαρξη που νοσταλγεί τον πρώτο, τον μεγάλο έρωτα, τον νεανικό, τον ανικανοποίητο, τον ιδανικό αλλά άπιαστο και ανεκπλήρωτο, που όμως δεν χάνεται ποτέ. Παραμένει ανεξίτηλος όπως τα κυκλάμινα, όταν θα δακρύσουν στα χέρια της.
(Νάντια Περιστεροπούλου – απαγγελία)
Όνειρο
Πως να σ’ ονειρευτώ...
Η εικόνα σου από την μνήμη
έχει χρόνια σβήσει...

Αδυσώπητα σκληρός ο χρόνος
σημάδια χάραξε στο πέρασμά του
στο σώμα, στη φωνή, στο πρόσωπο...

Δεν είσαι πια εσύ
ο νιος που γνώρισα
ο νιος που αγάπησα.
Είσαι ένας άγνωστος
μέσα στο πλήθος
ανίκανος να προξενήσεις
εκείνο το τρελό φτερούγισμα
βαθιά στο στήθος όταν μ’ άγγιζες.

(Μαρία Γεωργοπούλου – απαγγελία)
Ακροβατώ
Ακροβατώ στο παρελθόν.
Περπατώ σ’ αόρατο σκοινί
σαν ακροβάτης.

Χάος.
Ένα βήμα λαθεμένο
κι ο θάνατος καραδοκεί.

Δεν ξέρω αν θα φτάσω
στην άκρη του νήματος.
Κι αν φτάσω
ποιο το κέρδος...



~Στο έργο του Περική Γρίβα «Τα χρόνια της ντροπής», τα δικά του χρόνια γίνονται και δικά της, ντρέπεται μαζί με τους ήρωές του, μισεί, αγαπά, μετανιώνει, συγχωρεί, τιμωρεί και εν τέλει κατανοεί, βρίσκοντας τις απαντήσεις στη μια αλήθεια: Αν η αγάπη ήταν το σύμβολο και το λάβαρο κάθε επανάστασης, το αίμα θα είχε χρώμα άγνωστο.
(Γιώργος Βουζουλίδης – απόσπασμα)
"Ο Πάνος μπήκε στη μικρή σπηλιά. Τον τύλιξε υγρασία και σιωπή αποπνικτική, μαζί με έλλειψη αέρα. Μια στάλα έσταζε στο βάθος, μέσα στη γούρνα που σχημάτισαν ο καιρός και οι σταλακτίτες στο πέρασμα του καιρού. Ένιωσε δέος μέσα στη σπηλιά που για χρόνια αποτέλεσε την κατοικία της Αγίας. Έπεσε στα γονατα, ακούμπησε το κεφάλι του στο υγρό δάπεδο κι άφησε την ψυχή του ν' ανοίξει διάπλατα.
"Αν, θεέ μου, ήταν άδικο που σκότωσα ενενήντα εννιά ψυχές για τη μἰα του παιδιού μου, σφαίρα να βρει το στήθος μου! Αν άδικα σκότωσα κι ένα από αυτά τα σκυλιά, να μην έχω ζωή άλλη μέρα. Ήρθα εδώ να βγάλω της ψυχής μου το βάρος, δεν το μπορώ! Με βαραίνει το αίμα, κι ας ξέρω πως και του παιδιού μου άδικα χύθηκε στο χώμα! Δώσε μου απάντηση στην προσευχή μου αυτή, στη δέησή μου, Θεέ μου!"
Ώρα πολλή πέρασαν μέσα στη σπηλιά. Ένα φτερούγισμα τον έβγαλε απ' τις σκέψεις του. Σηκώθηκε, έβαλε τα δάχτυλά του μέσα στη γούρνα με το αγίασμα, τα ακούμπησε στην καρδιά του πάνω να βρει λύτρωση από όσα τη βασάνιζαν, και βγήκε σκυφτός στο φως.
Μύριζε ρίγανη και θυμάρι, αλισφακιά. Το καλοκαίρι προχωρούσε με βιάση. Κοίταξε κάτω, προς τη μεριά της θάλασσας, κατόπιν τις βουνοκορφές απέναντι.
"Αχ, μωρέ Αγγέλικα! Που να βρίσκεσαι κι εσύ κι ο Γιώργης;"
"Πάνο, σε βρήκα, σκυλί! Μήνες σε ψάχνω! Εδώ είμαι! Με γυρεύεις;"
"Αγγέλικα, εσύ είσαι;"
Δεν αναγνώριζε τη γυναίκα που στεκόταν πιο πάνω απ' αυτόν. Ντυμένη με ρούχα αντρικά, μαχαίρι στη ζώνη περασμένο, η καραμπίνα στα χέρια.
"Αγγέλικα; Ποια είναι αυτή; Λύκαινα με λένε τώρα! Και ξέρεις γιατί; Ξέρεις πιστεύω, εδώ μεγάλωσες, σ' αυτόν τον τόπο. Αν πάρεις τα κουτάβια του αγριμιού, δεν δείχνει έλεος μέχρι να πέσει νεκρό. Έτσι κι εγώ, χωροφύλακα, μέχρι να πέσω νεκρή θα σκοτώνω. Ξέρεις γιατί; Κάθε φορά που θα πέφτει ένας νεκρός, ακούω τον Κωνσταντίνο μου να μου γελάει! Το γέλιο του είναι που με κρατάει ζωντανή. Και θα σκότωνα και τη μάνα μου, αρκεί ν' ακούσω το παιδί μου να γελάει ευτυχισμένο."



~Στην ποιητική συλλογή του Γιάννη Καλπούζου «Το παραμιλητό των σκοτεινών Θεών», παραμιλά κι εκείνη, σχηματίζει με τα νύχια τις διαδρομές του νου του δημιουργού, στις συνομιλίες του με το ον το Ένα, την λατρεμένη ψυχή και το κορμί του σχηματοποιημένου πόθου. Έχει όνομα, έχει σάρκα ο πόθος αυτός. Δεν είναι απλά ιδανικός. Είναι υπαρκτός. Και τον υμνεί. Χωρίς να ορίζει πια τίποτα, χαρίζεται.
(Νάντια Περιστοπούλου – απαγγελία)
Τρίτη νύχτα
Όπως καθίζουν τα κύματα.
Όπως καταλαγιάζει η κατεβασιά.
Έτσι κάθισα αυτή τη νύχτα.
Όμως κρέμομαι από δόλια νήματα. Ενδέχεται να κοπούν ή τραγοπόδαρος θεός να τα τραβήξει. Διαφορετικά ο κλίβανος της νύχτας θα με κοχλάσει ήσυχα, ήσυχα. Θα μου τάξει μια ζωή με μικρούς θανάτους,ήρεμες χαρές, ήμερες ελπίδες. Με ανέμους, μελτέμια και ποτέ ανεμοστρόβιλους.
Θα μου τάξει.
Θα πιστέψω.
Θα γελαστώ.
Μαζί μου θα γελαστείς κι εσύ. Θα πιστέψεις στην αταραξία των πραγμάτων. Στην ήσυχη δύναμη. Στη μη βαρβαρότητα της ακινησίας. Θα ψάξεις το σώμα μου σπιθαμή προς σπιθαμή, θα βυθίζεσαι στον αφαλό μου και στις μασχάλες μου, θα κάνεις το δάχτυλό σου κονδυλοφόρο στα χείλη μου.

Κι ύστερα
δίχως να το καταλάβεις, θ’ αρχίσεις να μιλάς, εν είδει διδαχής, θα γίνεσαι ζυγαριά και θα γέρνεις στο τώρα κι όχι στο τότε που ήμουν έκρηξη, πυρίτιδα, κίνδυνος. Μα στην πραγματικότητα θα νοσταλγείς, θ’ αποζητάς τη λάβα να την ημερέψεις, το θάνατο να τον γλυκάνεις.

Θα με δαγκώνεις, θα με χαρακώνεις με τα νύχια σου, να πονέσω για να με κανακέψεις. Γιατί θ’ αποζητάς την ευλάβεια της οργής και θα συμφωνήσεις στην ασέβεια της ηρεμίας.
Αλλά τούτη τη βραδιά το θηρίο κοιμάται. Αμνός. Αμνησία. Ειδάλλως ημιθανής, ημίθεος.
Μη με ξυπνάς. Είμαι ο Ανταίος. Έχω ανάγκη να καθίσω στο χώμα.
Είμαι η Λερναία Ύδρα, ακέφαλη. Απόψε δεν θέλω να έχω κεφάλι, ούτε κρανίο, ούτε κόκκαλα.
Θέλω να ’μαι απλό κερί. Πλάσε με.
Μόνο κορμί. Ζύμωσέ με.
Απόψε πιες το νερό μου.
Να στεγνώσω.
Να διψάσουν τα όνειρα και να βγουν σε αναζήτηση καταιγίδων.
Ανήσυχα.
Αλύτρωτα.
Να γίνουν πονεμένη κραυγή, θλίψη, γέννα. Και να ακούγεται το παραμιλητό τους χοϊκός αντίλαλος, θρόισμα των φτερών εκπεπτωκότων αγγέλων.



Πάνος Λαμπρίδης - τραγούδι


~ «Στο άλλοθι του φεγγαριού και της μικρής συνωμοσίας των άστρων» της Ελένης Μαυρογονάτου, καθοδηγείται από την καρδιά και μόνο, αφήνοντας το χθες στη θέση που του αρμόζει, τιμώντας το apriori , κοιτώντας όμως πάντα μπροστά. Δεν διστάζει να αναγνωρίσει την ικεσία , να την αποδεχθεί ως αναγκαία και απαραίτητη προϋπόθεση στον έρωτα, στην άφεση, και η επαιτεία που εξ ορισμού περιλαμβάνει ο έρωτας, καμιά ντροπή δεν περιβάλλεται. Πώς θα μπορούσε εξάλλου; Σαν ένα λευκό φανελάκι κολλημένο κατάσαρκα, που σάρκα στη σάρκα αγιάζει.

(Μαρία Γεωργοπούλου – απαγγελία)
Διάττοντες έρωτες
Κουρασμένη
κι απόψε;
Πάλι ξενυχτούσες
κυνηγώντας
διάττοντες έρωτες

(Δημήτρης Σαμαρτζής – απαγγελία)
Λέξεις
Λέξεις συνετά
ακουμπισμένες
πάνω στις γραμμές
της σελίδας
όπως
τα τρένα
που δίχως ράγες
πεθαίνουν
όπως
τα όνειρα που δίχως
ελπίδα
εκτροχιάζονται

(Νάντια Περιστεροπούλου – απαγγελία)
Φροντιστήριο Αισθημάτων
Τους είπα πως
έμεινα μεταξεταστέα,
γιατί δεν ήξερα
την σωστή σημασία
των λέξεων.
Και μου χρέωσαν
εκατοντάδες ώρες
καταναγκαστικής
αγάπης
στο φροντιστήριο
των αισθημάτων.

(Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία)
Αφορισμός
Θέλω να σου δείξω
όλους τους χάρτες
που από χρόνια
έχω χαράξει
στο κορμί μου,
αθέατους στο εφήμερο.
Θέλω να σου μάθω
όλα τα παραμύθια
που αποστήθιζα
τις νύχτες της σιωπής
αντιγράφοντας το αλφάβητο
των αστερισμών.
Θέλω να σε φορέσω
κατάσαρκα
και ν’ αφορίσεις
όλο μου το χτες
υποψιασμένο κι ανήθικο.



~Στο «πορτραίτο της σιωπής» της Τέσυς Μπάιλα, παίρνει αποφάσεις σκληρές για την ίδια, συνειδητές, τις οποίες υπηρετεί μέχρι την Αυτογνωσία και την Αθανασία. Εδώ σιωπά, θεωρώντας αξία την επιλεγμένη στιγμή της σιωπηλής πορείας προς το αύριο. Σιωπηλά, στωϊκά αφουγκράζεται τους χτύπους της καρδιάς των ηρώων του μυθιστορήματος. Η επιμονή που γίνεται εμμονή, αδιαπραγμάτευτη, παράλογη, υπερβατική. Μα δεν γίνεται αλλιώς.
(Γιώρος Βουζουλίδης – απόσπασμα)
"Επέλεξα μόνος μου τη σιγή από τη φλυαρία και το βουητό της ζωής. Δέχτηκα να γίνω ο μουσικός της σιωπής, ο μουσικός της ιερής γαλήνης αλλοτινών ήχων. Προτίμησα να υψώνω τη φωνή μου, ωδή στον απερίγραπτο έρωτα της σαγήνης, σπονδή σε μια οριστική ανατροπή της ζωής μου. Αφέθηκα να δραπετεύσω στο απροσδιόριστο ενός ονείρου που σκίαζε την ψυχή μου από παιδί. Και τώρα μαθητεύω στην ακινησία της σπαραχτικής ποίησης που εξελίσσεται γύρω μου, στον μαγικό κόσμο των αισθήσεων που με περιβάλλει. Στήνω αυτί, εκείνες τις ιερές ώρες που το βουνό έχει αποκοιμηθεί, για να αφουγκραστώ τη μαγεία να ξεδιπλώνεται και τη ζωή να περνά σε μιαν άλλη διάσταση. Ακούω τον βουερό αναστεναγμό της φύσης, τον άηχο οργασμό της, την ώρα που οι νυχτερινές δροσοσταλίδες την κάνουν να ανατριχιάζει μια φεγγοβόλα βραδιά, μια βραδιά νοτισμένη που αγκαλιάζει ηδονικά την βουνίσια κορυφή και αποπνέει υγρές μυρωδιές απ το μεθυσμένο κορμί της…
Και κάπου άλλού σημείωνε:
Μόνος απέναντι στο πέλαγος! Να αποκρυπτογραφώ την θαλασσινή ομορφιά κι η ζωή μου να παίρνει κάτι απ΄ τον αγέρα της!

Ακολουθούσαν νότες, και πάλι νότες, άλλες μουτζουρωμένες, άλλες σβησμένες να σιγοτραγουδούν τον σκοπό τους στα δικά του και μόνο μάτια, κάθε φορά που άνοιγε το μικρό του σημειωματάριο.

Σα ζακετάκι ακουμπισμένο ανέμελα, πάνω στη κουπαστή ενός πλοίου η ψυχή της. Ξεχασμένο εκεί να το φυσά ο αέρας, να το βρέχει η αρμύρα, να το νοτίζει η θάλασσα, λίγο πριν πέσει μέσα στα κύματα της απελπισίας! Κι αν ξέρει κανείς να κολυμπά είναι καλά. Μα κάποιοι δεν μπόρεσαν ποτέ να μάθουν. Πάντα τρόμαζαν να κοιτούν τη θάλασσα, γιατί στο μυαλό τους, βάθη και σκότος, υγρή φυλακή, έρχονται πάντα στη θέα της.
Το καΐκι ξεκίνησε. Ασάλευτη εκείνη συνέχιζε το βουβό της κλάμα. Από το ανοιχτό παράθυρο του σπιτιού, μια τρυφερή, γνώριμη μελωδία ερχόταν απ΄ το βιολί του Νικήτα, νοσταλγικός χαιρετισμός, ν΄ αγγίξει τη σιωπή της στιγμής και να τον συντροφεύσει. Σήκωσε το χέρι του να τους χαιρετήσει για τελευταία φορά.

Πώς κρύφτηκαν τόσοι γλάροι μέσα σε μια μόνο δοξαριά!
Τόση μουσική μέσα σε ένα μόνο φτερούγισμα!
Τόσο φως σε ένα γαλάζιο ουρανό και τόσος ουρανός στα φτερά των γλάρων;
Πώς κρύφτηκε τόση απελπισία, Θεέ μου, στην καρδιά της Φωτεινής;

Ο ήχος της πλώρης, γρήγορα σκέπασε τις νότες που ξέφευγαν, κυνηγημένα πουλιά, απ΄ το ανοιχτό παράθυρο. Παιχνιδιάρικα γλαροπούλια στάλθηκαν ν΄ αργοπλεύσουν σιμά στο πλοίο το μελωδικό τους αντίο. Και χάθηκε το καΐκι, σαν ίσκιος ονείρου στη σιωπή του ορίζοντα, κάτω από το σκιερό φτεροκόπημα των γλάρων."



~ Στο «Ολόγραμμα της Ελένης Νανοπούλου», ζει τη φαντασίωση που τελικά πραγματώνεται μόνο για να αποδείξει την αρχική αξία της σύλληψης του έρωτα, στη διαλογική των πνευμάτων. Βλέπει με τα μάτια της εικόνες που ηποιήτρια ξεδιπλώνει με τη γραφίδα της, γίνεται ένα με το σκηνικό που στήνεται ολοζώντανο τριγύρω της και ονομάζεται ξανά με τ΄ όνομα το αγαπημένο. Μικρή μα στα μάτια του αγαπημένου γίνεται γυναίκα και τολμά να διεκδικεί την ανατριχίλα της ίδιας της ζωής
(Μαρία Γεωργοπούλου – απαγγελία)
Εσπερινός (Απόσπασμα)
...κάθε βράδυ γυρίζοντας
θ’ ανοίγω τις παλιές φθαρμένες ιστορίες
να μην κλαιν
που κάθομαι εγώ αντίκρυ σου
και πίνω αθανασία την ανταύγεια σου

(Μαρία Γεωργοπούλου – απαγγελία)
ΙΙ
τα χέρια μας τα χέρια μας
μ’ όλα τα μάνταλα ανοιχτά
κι ερημιές να σβήνουν
κει που όρμοι των χειλιών
αγκυροβόλι πιάνουν

να’ ρθεις εκείνο το ξημέρωμα στο λόφο της γιορτής
με τ’ Αγρώνια ποτήρια κόκκινα
γεμάτα γεφύρια παραδείσου
με τα νυφιάτικα τραγούδια
να σε κυλάν από χαρά σ’ άλλη χαρά
κι από γιορτή στου πόθου τις ορμήνειες

λινά ολόγυρα κορμιά
χνούδι σε στάχυ
μέσα ο καρπός

μικρή – μικρή εγώ στα χέρια σου
μου φοράς το πέτρωμα της Λάβας

(Μαρία Γεωργοπούλου – απαγγελία)
ΙΙΙ (Απόσπασμα)
...αγαπηθήκαμε
σπουδάζοντας σιωπές
κι ανάβρυσμα ματιών



~Στο έργο «Χίμαιρες» της Λίας Νικολαίδη, η Σοφία ζει με τις ίδιες χίμαιρες, τις γαλουχεί, τις κανακεύει, τις προσπερνά. Τάζει να γίνει φρουρός κι ακοίμητο φεγγάρι. Αναζητά το πρόσωπο το αγαπημένο, υψιπετώντας μα γνωρίζοντας πως το ανεκπλήρωτο πάντα καραδοκεί. Καμιά πίκρα δεν είναι αρκετή να εξαφανίσει τη γλυκιά γεύση της αγάπης της. Αντλεί δύναμη παρηγορητική και συνεχίζει..
(Δημήτρης Σαμαρτζής – απαγγελία)
Χίμαιρες Ι
Από σταγόνες κόκκινες
και γιασεμιά λευκά
φτιάχνεται η αγάπη
και με πικρό αψέντι
τα χείλη μας γεμίζει
μα όσο κι αν πίνουμε
απ’ την ασημιά της κούπα
πάλι αγάπη θα ξεστομίζουμε
κι ας έχει γεύση από φαρμάκι.

(Νάντια Περιστεροπούλου – απαγγελία)
Χίμαιρες VΙ
Σε κατάρτια ψηλά κρεμάστηκα
μήπως το πρόσωπό σου δω
στη θλιμμένη μου θάλασσα
φάρος πουθενά
το δρόμο να μου δείχνει
έτσι πλανιέμαι η άμοιρη
σε μαύρους ωκεανούς
και σε σκοτεινούς ουρανούς
μονάχη...

(Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία)
Χίμαιρες ΧΙΙ
Ύστερα πόνεσε για όσα θυμήθηκε
έκλαψε γι’ αυτά που έγιναν
και θρήνησε σε άγνωστα μνήματα
για όσα θα γίνουν
με μάτια κόκκινα πλανιέται
παγιδευμένη
ανάμεσα στους ζωντανούς
νεκρή από επιθυμίες
ανάμεσα στους πεθαμένους
ζωντανή από ζωή..



~Στη συλλογή «Όστρια» της Μαρίας Νικολάου, δανείζεται όπως λέει η ίδια μορφές, στιγμές, που ανεπίγνωτα έχει ζήσει, στην ονειρική διάσταση λυτρωμών αλύτρωτων, στην προέκταση θα έλεγα, αλύτρωτων Εγώ. Διακρίνει «τις άμαχες λέξεις, που δρασκελίζουν την οροσειρά της αλφαβήτου», όπως λέει, για να καταγράψουν εκείνα που η ψυχή κρατούσε φυλαχτό. Εδώ υπάρχει η Σοφία η φίλη που κατανοεί περισσότερα από όσα λέει και συγχωρεί χωρίς να ποτέ να απαιτήσει μια συγχώρεση. όπως ακριβώς κι η ποιήτρια.
(Νάντια Περιστεροπούλου – απαγγελία)
Άτιτλη πορεία
Μάτωσαν τα χέρια μου
καθώς χτίστηκε
πάνω της τέφρα
απ’ των ματιών σου
το δάκρυ.

Κόκκινο, ρευστό.
Ρετσίνι που ‘χασε
Το διάφανο στόλισμα
γαντζωμένο στο φλοιό
του σώματός σου.

Η μοίρα
γυρτή καμπούρα
που κουβαλά
δυο μέτωπα ιδρωμένα
κι ένα παιδί, μωρό,
που μεγαλώνει άδικα
δίπλα σε πέτρες
αιχμηρές.

Γιοφύρια που ‘χουνε
σχισμένα μάτια
κι έχουνε δει ανθρώπους
και εγκλήματα.

(Μαρία Γεωργοπούλου – απαγγελία)
Άδειο δωμάτιο
Το δωμάτιο άδειο.
Τέσσερις τοίχοι,
λευκά πανιά,
τεντωμένες υποσχέσεις.
Έξω ακούγονται
Ουρλιαχτά.
Είναι απ’ το
Λιθοβολισμό
Της βροχής
Στα κουφώματα.

Υγρασία
περονιάζει το τζάμι.
Θαμπώνει.
Δείχνει να κλαίει.
Δακρύζει.
Θυμάται τότε
που έπιανε κουβέντα
με το τζάκι.
Τότε που ήταν
Ζωντανό
κι η ζέστη όργωνε
τις χαραμάδες.
Θυμάται τότε…
κι ύστερα σπάει
το μάνταλο στην πόρτα
και πετάγεται έξω.

Μέσα,
το κρύο είναι βαρύ…



Δημήτρης Ερατεινός - τραγούδι


Στο έργο της Χαριτίνης Ξύδη «Οι Τρομπέτες του Οκτώβρη», η Σοφία διατυπώνει διαπιστώσεις της ίδιας της δημιουργού, διαπιστώσεις ζωής, με τις οποίες ταυτίζεται. «Κάποιος μου φύσηξε νύχτες στα μάτια» λέει η Χαριτίνη μα και η Σοφία εν λευκώ αναγνωρίζει το συναίσθημα καθώς παρασύρεται στη δίνη του χορού της ζωής Βάζει ετικέτες στις ήδη γνωστές κατακλείδες και στα αποστάγματα γνώσης. Ποιάς γνώσης όμως; Της Άφοβης βέβαια!
(Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία)
Έσω Φρενών (Απόσπασμα)
Μ’ εξαντλήσαν βίαιες κορυφές
με πυρώσαν μάτια και προφάσεις.
Ίσως περίμενα από μένα αντιστάσεις
ακίνδυνων ερώτων κομίζω τις διαστάσεις τις κρυφές.
Κορώνα-γράμματα το παίζω το εγώ μου
δεν μ’ ενδιαφέρει αν μείνω μόνη με τον άλλο εαυτό μου.

(Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία)
Ψέμα
Δεν ήθελα να μείνω αταξίδευτη. Ούτε αθώα.
Έτσι, μια μέρα πήρα χαρτί και μολύβι και ξεκίνησα,
το μακρύτερο, το τρομακτικότερο ταξίδι της γραφής.
Τα μάτια μου πάγωσαν, καθώς αντίκριζαν
πυκνόκαννες αλήθειες, στραμμένες καταπάνω της.
Ακόμα διασχίζω το κατασκότεινο τούνελ της κάννης»...

-«...Αναίμακτα δεν γίνεται ποτέ.
Τα περάσματά μου ήταν απώλειες για τους επαΐοντες.
Γειτνίασα μόνο με τον Αύγουστο.
Έψαξα στους βυθούς μαργαριτάρια.Έσκαψα τους βυθούς»

(Παντού αιμοσταγής ο κόσμος
παρά τα γοητευτικά ανάγλυφα...)»

-«Κραυγάζει.
Είμαι εδώ.
Δεν είμαι μέρος της φωνής.
Είμαι το όλο».



~ Στο βιβλίο του Έκτορα Πανταζή « Αγριοστάφυλα σε πατητήρι», βοηθιέται η ίδια να δει τη ζωή υπό το πρίσμα του ευγενικού ρεαλισμού. Καταγράφει τη σοβαρότητα και την υπευθυνότητα με την οποία ο ποιητής διαλέγει μια μια τις λέξεις του χωρίς η αυτό να σημαίνει πως η κατάθεσή τους να στερείται λυρισμού. Μέσα από εικόνες και μεταφορές, ζει τη σπουδή της Ποίησης και συνοδοιπορεί στην αναζήτηση του υπαρξιακού φωτός και της γήινης ομορφιάς σε μια πόλη απάνθρωπη. Και το καταφέρνει. Ζει αντι-μαχόμενη.
(Μαρία Γεωργοπούλου – απαγγελία)
Εγκάρσια ρηγμάτωση στο χώμα
Όλα τα δάνειά μου τα έχω κάνει από το μηδέν
– μια πνοή χαράς δανεισμένη από το μηδέν;
Επιστρέφω στο χωριό κι είναι όλοι πεθαμένοι
η Αθήνα χτυπά την καρδιά μου
απόφαση να είναι κανείς χωρίς να είναι.
Ταξίδι ως τον εαυτό
μέσα στο όνομα ένα μάτι το μάτι του όντος
όταν με στραγγαλίσω σκοτώνω εμένα;
– Δεν αρκεί να ανέλθει κανείς στην κορυφή
του εαυτού (ή μήπως σ’ εκείνη του καναπέ του;)
παρά και σ’ εκείνη του καιρού του
την επικαιρότητα και λεγόμενη
όταν όλο το φως είναι έτοιμο ν’ ακτινοβολήσει
στον ορίζοντα των εποχών επί το πολύ
πέλαγος της ομορφιάς να τραφεί η ψυχή του.
Μα το μηδέν δεν είναι λεπίδα κοφτερή που έχει το σχήμα του.

Πώς μου διαφεύγει ο θάνατος δεν είναι του χεριού μου
σαϊτιά που δεν φτάνει ποτέ το στόχο της αλλά
τον πλησιάζει αέναα –ο θάνατος εξώτερος του χρόνου–
σχεδιάζει το ασχεδίαστο, το αδύνατο να σχεδιαστεί
αυτό το ατερμάτιστο είναι ο θάνατος. Μηδέν που υπαινίσσεται
το άπειρο καθώς πάει να κλείσει το ανοιχτό του βήμα.
Η έκπτυξη της απορίας είναι ύψιστης σημασίας
θεμελιώδης για το νόημα η διερώτηση
είναι ο σκληρός πυρήνας που γύρω της
το ζουμερό περικάρπιο γίνεται χυμώδες ως οτιδήποτε.

Μια άλαλη πόλη θα βρεθεί πιο άλαλη απ’ αυτή;

(Νάντια Περιστεροπούλου – απαγγελία)
Συμπτώσεις
Γύρνα φτερωτή σελίδα να περάσω το γκρεμό.

Ήπιαμε από την κούπα της καθαρής αιωνιότητας
Είδαμε το πρόσωπο της μέδουσας στο αντικρινό μπαλκόνι
Εν σπουδή ο θάνατος μας κατήχησε στη σκοτεινιά του
Από αόρατες επάλξεις εισορμώντας και διαρπάζοντας
Αινιγματικές φυγές σε θέατρο σκιών θηλιές εξ ουρανού
Της απόγνωσης το ποτήρι σε στραγγισμένο νου
Όμως όπως και να το πεις στον κόσμο είναι παράπονο
Και νύξη αδυναμίας να ζήσει να ελπίσει
επιλέξαμε τη σιωπή
Επιλέξαμε τη δοκιμή, φυγοδικήσαμε στον κόσμο της έκφρασης
Όμως επιλέγοντας σιωπή ανεβαίνει μπροστά μας
με σημασία παγόβουνου.
Καμιά αισθητική δεν κάνει μέριμνα για κει… νιώθεται αμυδρά
Στην καταιγίδα του Τολέδο, σε πρασινοκίτρινο χολής στο ωχρό
Του μπρούτζου και στο κάτι τρελό του χουρμά που εφορμά
Στον ουρανό παρέα με τον κεραυνό,

Γύρνα μέρα γύρνα ώρα γύρνα χρόνε.



~Στο «Ταξίδι του έρωτα από τον Όλυμπο στου Αιγαίου τα κύματα» της Μάγδας Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη, ανταμώνει την καθαρότητα των λέξεων και των συναισθημάτων. Λιτών και τόσο πλούσιων συνάμα. Δηλώνει «σ΄αγαπώ» και «δίνομαι» με την αγνότητα του κοριτσιού που πρωτοερωτεύεται. Σπάζει ρόδι τυχερό, στο σμίξιμο της πρωτόπλαστης αγάπης της, στο φυσικό της περιβάλλον, την Ολύμπια Γη.
(Δημήτρης Σαμαρτζής _απαγγελία)
«Σε ποιες λέξεις άραγε μπορείς να σκλαβώσεις την Ποίηση όταν ζεις το ίδιο της το μεγαλείο;
Όταν σκαρφαλώνεις στα μουσικά μονοπάτια του ονείρου
που λέγεται Όλυμπος;

Αν μ’ αγαπάς θα βάλω φτερά
αγαπημένε μου
να φτάσω εκεί -
να δω το χαμόγελό σου
πιο φωτεινό από του ήλιου,
το δέρμα του κορμιού σου
πιο όμορφο από τα στήθη
που περιμένουν να τ’ αγγίξεις
και να ερωτευθείς!»

-«Έζησα τον έρωτα και την επιθυμία για εκείνον, σαν σε παιχνίδι “κρυφτού” στη δασωμένη πλαγιά, στα γκρεμισμένα σπίτια και στο ποτάμι που το γάργαρο νερό του, καθώς κυλούσε, παράσερνε στο δρόμο του τα όνειρα.

Θεά του έρωτα,
εσένα ζητώ Αφροδίτη
να μου δωρίσεις λίγο από το φίλτρο σου
εκείνο που μάγεψε θεούς και θνητούς
του μυθικού σου κόσμου,
να το ποτίσω στα σπλάχνα,
ν’ αρωματίσω την καρδιά μου
και να στείλω τον Έρωτα
στο Σώμα που λατρεύω!»


~Στους Αντικατοπτρισμούς της Σελήνης μου (Μίνα Παπανικολάου), η Σοφία έγινε εγώ. Υπερέβη τον εαυτό της, σε βαθμό κακουργήματος. Με βρήκε ανάρμοστη κι απροσάρμοστη σε μέτρα και σταθμά μιας εποχής λιμνάζουσας, παρέα με τους Αγγέλους και τα Δαιμόνια του έσω εαυτού μου. Και ξαφνιάζεται μα όχι για πολύ, παρατηρώντας και ανακαλύπτοντας τα αμέτρητα κομμάτια των αντικατοπτρισμών μου, αδειάζοντας το μέσα της ψυχής της, όπως κι εγώ..
(Νάντια Περιστεροπούλου – απαγγελία)
Συνομιλία με τον έσω εαυτό... (Απόσπασμα)
Ψάχνω εκείνη, τη μια Λέξη,
που μόλις την αντικρίσουν οι άνθρωποι
θα την κοιτάξουν στα μάτια
και θα δουν όλο τον κόσμο μέσα της.
Αν τη βρω
αν τη συναντήσω
θα τη χαρίσω

(Μαρία Γεωργοπούλου – απαγγελία)
«Διαπρέπω ως ήρωας, όσο διαπρέπεις ως ηττημένος»
Άγγελοι
Χωρίς μορφή απομακρύνομαι.
Η υπόσχεση...
βήμα-βήμα,
ένα κι άλλο ένα...
Θα πάει μακριά ετούτη η πνοή,
σε σύμπαντα απάτητα.
Αλώβητοι θα βγουν οι λυτρωμένοι,
όπως ορίζει η μοίρα τους.
Κανείς δεν θα κατανοεί,
πως Άϋλοι πια,
δεν πονούν.

(Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία)
-«Είναι η αυτοθυσία που ορίζει την βαθύτερη αξία της αγάπης».
Σπιναλόγκα
Δραπετεύουμε απόψε;
Από τον σταυρό που μας κρέμασαν και μας
ξέχασαν,
αμπελιού καρποί νόησης ώριμης.
Έλα σου λέω.
Ας δραπετεύσουμε απόψε.
Θα βγάλουμε τα καρφιά μας,
θα τ’ ακουμπήσουμε στα ριξά του σταυρού για λίγο.
Πάμε σου λέω.
Σαν παιδιά να περιδιαβούμε την πλάση,
ξέγνοιαστα.
Εδώ θάναι ο σταυρός μας
Δικός μας.
Έκρυψα καλά τα καρφιά στη γη.
Μη φοβάσαι, κανείς δεν θα τάβρει.
Και κανείς δεν τα θέλει.
Γι’ αυτό σου λέω, ας δραπετεύσουμε απόψε.
Μόνο για απόψε



Πάνος Λαμπρίδης - τραγούδι


~Στη συλλογή «Λόγος και Αιτία για μια Σιωπή» του Άγγελου Πετρουλάκη, η Σοφία Στρέζου θαυμάζει την απουσία έπαρσης καθώς διαπιστώνει πως ο κόσμος του , είναι στερημένος αλαζονείας και αντρικής μαχητικότητας για εξουσία. Είναι εκείνος που αποδέχεται και δηλώνει ρητά: «Έλα ή φύγε.. Ανοίγω δρόμο να περάσεις αγαπημένη, βασίλισσα σ΄ ορίζω της καρδιάς μου και πρωθιέρεια της πανάρχαιας τραγωδίας μου». Ο κόσμος του ποιητή είναι ένας κόσμος ντυμένος με αθωότητα και φωτοστέφανα αποκρυσταλλωμένης πια Αγάπης, στον έσχατο λόγο ύπαρξης, στην ελευθερία.
(Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία )
«-Βαδίζεις πού;
Προς πού;
Και γιατί;

Πίσω σου σέρνεις πόθους κι όνειρα,
τα μάτια μου σέρνεις,
τους κυματισμούς του τοπίου τεμαχίζοντας!

Είχες πει
πως τεμάχισες στα δύο την εικόνα
και το λόγο,
αναζητώντας ιριδισμούς και διαθλάσεις,
παρηχήσεις και σιωπές,
σε αργή κίνηση επαναλαμβάνοντας
τους ρεμβασμούς
και τις φυγές μου
αναζητώντας το επέκεινα της αγωνίας
σε μέρες του χθες.
Απών εγώ,
απ’ τις επαναλήψεις σου,
την εικόνα μου φυγάδευα
πάντα στο αύριο...

Καιρός να προχωρήσεις την εξέλιξη της τραγωδία. Καιρός να φτάσεις στη λύτρωση. Οι θεατές αδημονούν για διαδικασίες οδύνης. Μπορείς να στήσεις το σκηνικό πλάι στην όχθη του ποταμού, εκεί όπου τα καλοκαίρια δρόσιζα τα πόδια σου, εκεί όπου ξάπλωνες και προσκαλούσες τους ανέμους, την ήβη σου να προσκυνήσουν.»



~Η Σοφία στο βιβλίο της Έμυς Τζωάννου «Της ψυχής μου οι θάλασσες», γίνεται μια άλλη. Ερωτεύεται. Εδώ ερωτεύεται, έτσι απλά άξαφνα, χωρίς υπολογισμούς μήτε παραλογισμούς. Το παραδέχεται, το αντέχει, αφήνεται και όταν αυτό τελειώσει-αν και αναγνωρίζει προκαταβολικά το τέλος, μα ποιος νοιάζεται μπροστά στο μεγαλείο του!-το καταγράφει σε κάθε του λεπτομέρεια. Χωρίς κλαυθμούς και οδυρμούς, μα με τον ηρωισμό του εκπληρωμένου Ωραίου.
(Νάντια Περιστεροπούλου – απαγγελία)
Θα επιπλέω
Θα επιπλέω στα κύματα της σκέψης σου
στη δροσιά της νοσταλγίας σου
στη φθορά της εμπειρίας σου
στη βραδινή σου αναπόληση
στις ξάγρυπνες νύχτες σου
στα τσαλακωμένα όνειρά σου.

Θα κεντάω τη μορφή μου στα μάτια σου
Ανασταίνοντας τις αγκαλιές του έρωτά μας.

Σαν λεηλάτης του κορμιού μου,
Κουρσάρος και κατακτητής
Με φλόγες με κυρίευσες.

Σαν ηγέτης του φιλιού μου,
Μαγευτικός μελωδικός
Με τέχνη με παγίδεψες.

(Μαρία Γεωργοπούλου – απαγγελία)
Αερικό
Αερικό στα χέρια σου θα γίνω,
Άπιαστο όνειρο φεγγοβόλο κι ονειρικό,
Θα μπω στην ακριανή γωνιά της σκέψης σου
Να καρφωθώ, να σφηνωθώ.
Να μείνω.

(Δημήτρης Σαμαρτζής – απαγγελία)
Σταλακτίτες αναμνήσεων
Σταλακτίτες από αναμνήσεις και όνειρα
Παιχνιδίζουν στον ήλιο τη λάμψη τους,
Ουράνιες αστραπές απ’ τις εικόνες μας
Καθρεφτίζονται στο βλέμμα μας,
Αέρινες σιωπές χαραγμένες στα κορμιά μας
Βυθίζονται στην αγκαλιά του πάθους μας.
Αφόρητη μοναξιά, ετοιμοθάνατη,
Ξεχύνεται σε σκέψεις απουσίας.



~Στις «Υδρίες Ανάσες» του Τάκη Τσαντήλα, η Σοφία αγκαλιάζει προστατευτικά τις λέξεις και τους στίχους. Αναγνωρίζει ως δικές της τις ευχές του, τις υποσχέσεις του ως υποσχέσεις της, το απόλυτο και αδιαπραγμάτευτο της Αγάπης είναι και δικό της. Δοτική όπως κι εκείνος, αμετανόητη όπως κι εκείνος, ποιήτρια που αναγνωρίζει τη στόφα του ποιητή, που αλλού; Στους λειμώνες των άστρων του. Βεβαιώνει σε μια De profundis παραδοχή πως όταν θάρθει καιρός, θα είναι εκεί.. Μα πού αλλού θα μπορούσε να είναι κανείς; Κι ο θρόνος, δικαιωματικά θα έλεγα, του αναλογεί.
(Δημήτρης Σαμαρτζής – απαγγελία)
Ενδείξεις
Θα ’ρθει καιρός
που τα καρφιά των ατραπών
που δρασκελίσαμε
θα βυθιστούν σκαιά
μες στο ισχνό κορμί της θύμησης
όπου το αίμα
θ’ αναβλύζει πορφυρό
και θα κοχλάζει

(Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία)
Ιριδίζοντα πάθη
Επιμένω επαίτης
να σε ψάχνω στη δίνη
να ξεσέρνομαι πίσω
από ιριδίζοντα πάθη
να μην έχω ανάσα
παρά μόνον για σένα
και μια ερημιά
απαλή σαν το χιόνι
σαν τη νύχτα
που αράχνιασε εντός μου
μ’ εκδορές μυστικές
με σκιές σιωπηλές
και μ’ ακάνθινες μνήμες.

(Δημήτρης Σαμαρτζής – απαγγελία)
Άχραντος επιθυμία
Τίποτε άλλο
δε θα ποθήσω

ν’ απεκδυθείς μονάχα
των περιττών συστολών σου
να ταξιδέψεις
ως το άχραντο φως
ν’ αφουγκραστείς τον αχό
της απαστράπτουσας φλόγας
και να με κρύψεις βαθιά
μέσα στο εύοσμο πάθος σου
που αδημονεί διακαώς
να ανθίσει.



~Η ανθολογία της Σοφίας Στρέζου κλείνει με το μυθιστόρημα του Γιάννη Φιλιππίδη «Κρατάς μυστικό;» όπου η Σοφία απροκάλυπτα ταυτίζεται με τους ήρωες, γίνεται μάνα και κόρη, σύζυγος και ερωμένη, ληστής και ήρωας, γυναίκα. Θλίβεται, κρύβεται, πονά, αγαπά μα υπάρχει. Δικαιολογεί την Άννα σαν να είναι μητέρα της. Κατανοεί τον Μάρκο σαν να ξέρει πως η αγάπη του είναι η αιτία των ανοχών του. Γνωρίζει εκ προοιμίου. Μαθαίνει έως το τέλος, όλα τα μυστικά. Απενοχοποιεί τα πάντα.
(Νάντια Περιστεροπούλου –απόσπασμα)
-Τι περισσεύει από τα καθημερινά μας αισθήματα; Τι σώζεται στο χρόνο; Τι απομένει απ’ τις κουβέντες μας; Λόγια απλά• παροτρύνσεις, υποδείξεις βγαλμένες από την πιο ανέγγιχτη πλευρά μας. Μετά απομένουμε εμείς. Πιο φτωχοί απ’ όσα λυπηθήκαμε ή συμπονέσαμε, με μάτια που δε λένε τίποτα. Και, σκέψεις, μύχιες, παραχωμένες σκέψεις ενός μυαλού στρεβλού, λέξεις που μιλάνε για όλα. Άλλοτε πάλι για τίποτα. Πώς ορίζει κανείς αυτό το παράξενα εκτιμημένο τίποτα που σπαρταράει μέσα μας πιο σιωπηλό από ένα φεγγάρι, που πάλεψε να γίνει πανσέληνος και δεν τα κατάφερε, επειδή η τροχιά του το ’σερνε ανάποδα. Πού οριοθέτησα την έννοια σύντροφος κι ακόμα πιο πολύ: σε ποιο ράφι τοποθέτησα και ξέχασα ν’ αγγίξω την έννοια φίλος; Πότε απέμεινα να μη χρειάζομαι, να μηνέχω την ανάγκη από δυο κουβέντες οικείες, να κρατάω τα μυστικά μου μόνο για μένα. Εγώ. Η Άννα. Η από πάντοτε κορίτσι, η κατά βάθος γερασμένη πρόωρα. Η ανιδιοτελής απέναντι στους άλλους. Που θα μπορούσαν να ’ναι δικοί μου άνθρωποι, αλλά τους άφηνα να φύγουν έτσι, απλά• χωρίς ένα μειδίαμα στο ξεπροβόδισμα.



Πάνος Λαμπρίδης –τραγούδι
Δημήτρης Ερατεινός - τραγούδι



Κι έτσι, με ένα κατ΄ εμέ ταιριαστό τέλος αυτής της δουλειάς, θα της πω πως το σύνολο του έργου της είναι για μένα ένα φανερωμένο πια μυστικό. Η Σοφία Στρέζου ζει και υπάρχει ουσιαστικά μέσα από τη δική της ποίηση, μέσα από το λυρισμό και το δάκρυ της ψυχής της, που ήδη γνωρίζουμε και αναπλάθεται αναδημιουργούμενη κάθε φορά που ενσωματώνει στην ψυχή της μικρά κομμάτια λυρισμού και δακρύων άλλων ψυχών.

Συνομολογείται και συναρμολογεί την ίδια της την υπόσταση, αναγνωρίζοντας μια βασική θεμελιώδη πραγματικότητα πως: στο δρόμο της ζωής μας, τίποτα δεν είναι τυχαίο και αυτό που τελικά είμαστε δεν το κατακτήσαμε ούτε το χτίσαμε μόνοι μας κλεισμένοι στο μικρό μας εγώ, σαν να ήμασταν σε γυάλα, αλλά αποτελεί ένα παζλ όλων εκείνων που κατά καιρούς μας συγκλόνισαν και εντέλει μας σημάδεψαν. Απλά μερικοί τόλμησαν κι μετέτρεψαν αυτή τη γυάλα, στο διάφανο σπίτι που μέσα του κατοικούν και προσκαλούν κάθε περαστικό να κοινωνήσει των αχράντων μυστηρίων της γραφής τους.

Με τη ευχή να είναι πάντα δημιουργική και εμπνευσμένη, την ευχαριστώ και της εύχομαι- τί ωραία ευκαιρία να ανταποδώσω!!: ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ!!



Σας ευχαριστώ πολύ όλους που ήσασταν μαζί μας απόψε, για την γιορτή του βιβλίου μου, "Αισθητικές αναλύσεις Δημιουργών".
Ευχαριστώ τους δημιουργούς που μου εμπιστεύτηκαν τα βιβλία τους, για να βρω μιαν άλλη προέκταση μέσα στα δικά τους λόγια.
Το "Art Garaze" και την δημιουργό του Γιάννα Ασημακοπούλου.
Τους ηθοποιούς, Μαρία Γεωργοπούλου, Δημήτρη Σαμ...αρτζή, Νάντια Περιστεροπούλου και Γιώργο Βουζουλίδη που διάβασαν αποσπάσματα και απήγγειλαν ποιήματα των δημιουργών.
Τον Νίκο Εγγλέζο που έπαιξε μπάσο και τον Θέμη Παπαδόπουλο που έπαιξε κιθάρα.
Τον Πάνο Λαμπρίδη και τον Δημήτρη Ερατεινό που μας τραγούδησαν.
Την Τέσυ Μπάιλα και την Μίνα Παπαπνικολάου που μίλησαν για μένα και το βιβλίο.
Την Έμυ Τζωάννου για την επιμέλεια της έκδοσης.
Τέλος να ευχαριστήσω την "άνεμος εκδοτική" του Γιάννη Φιλιππίδη και Νικόλα Τελλίδη που βοήθησαν στο να γίνει μια ιδέα εκδοτική πραγματικότητα.
Να είστε όλοι καλά. Κρατώ μια ζεστή αγκαλιά για όλους σας !!!

Σοφία Στρέζου