Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Διαβάζεται κι ανάποδα!!





Συχνά στέκομαι στην άκρη μιας κλωστής και την κρατώ σφιχτά. Τραβώ όταν χρειαστεί ή χαλαρώνω ανάλογα. Οι διαθέσεις αλλάζουν εύκολα και μη μου πείτε πως δεν σας συμβαίνει κι εσάς. Οι απόψεις πάλι μένουν σταθερές μ΄ έναν περίεργα επίμονο τρόπο. Ονομάζονται στερεότυπα. Είναι επίσης περίεργο, πως τελειώνοντας μια ανακαίνιση του σπιτιού σου και βάζοντας τα πάντα στη θέση τους, με αυστηρούς όρους τακτοποίησης, θέλεις να βάλεις σε τάξη και τις σκέψεις σου. Καθώς έστρωσα λοιπόν το αναπαυτικό χαλί, αναπαύτηκα πράγματι ξαπλωμένη πάνω του κι είπα ας απολαύσω την τάξη του δικού μου σύμπαντος.
Μα όχι. Έπρεπε να μπουν σε τάξη και τα συρταράκια μνήμης. Καμιά φορά λέω πως δεν υπάρχει τόπος πραγματικά γαλήνιος, όμως αυτό το χαλί ήταν κάτι σαν το απομονωμένο νησί στον ωκεανό μου. Έκλεισα τα αυτιά μου, τα μάτια και άρχισα να αναπολώ τη χρονιά που πέρασε (νωρίς έφερα την Πρωτοχρονιά φέτος).
Είχε απ΄ όλα: φίλους, «φίλους», οχτρούς, μιζέριες, χαρές, γκρίνιες, γέλια, αποχωρισμούς, απώλειες, κέρδη, άγχος, αποτυχίες, επιτυχίες, όλα αυτά δηλαδή που μας έμαθαν πως πασπαλίζουν τη ζωή με το θαυματουργό της αλάτι. Την ομορφαίνουν αλλά πρέπει να το δεις από μακριά, να έχει περάσει ο απαραίτητος χρόνος που θα σε κάνει να εκτιμήσεις, στην ακριβή τους αξία, τα πράγματα. Γνώρισα λοιπόν όψεις της ζωής που ούτε  καν τις είχα φανταστεί. Τη φιλία που αυτοκαταργείται θυμίζοντας Τζένκα, το μίσος που αυτοκαταργείται θυμίζοντας ινδική φιλοσοφία, το παρόν που αυτοκαταργείται μετεωρίζοντας τη ζωή στο επόμενο δευτερόλεπτο, τη χαρά που αυτοκαταργείται όταν μπαίνει στη μέση ο διάολος της ζήλειας και της αγάπης που αυτοκαταργείται όταν διαμελίζεται. Εντάξει μαντάμ, δεν χάσατε το δύο μέτρων (αστειεύομαι)  παλικάρι, απ΄ τα χέρια της μέγαιρας. Και πώς να χάσετε κάτι που δεν ήθελα να έχω όπως το εννοείται εσείς βεβαίως βεβαίως. Μιλάμε για αδέρφια που χωρίσατε, μα καλά τους κάνατε καθώς δεν ήταν τελικώς, αδέρφια.
Και μετά, ήρθε η γνώση η λυτρωτική, εκείνη η μορφή της που σου ανοίγει το μυαλό και σε πάει σε άλλες διαστάσεις σκέψης, συμπαντικές. Πολύ με πείραξε η αναβολή σπουδών λόγω φόρτου εργασίας που αναγκάστηκα να ζητήσω. Σαν να με απέκοψε κάτι βίαια, απ΄ το γάλα της μάνας μου. Θα επανέλθω μη χάσω και τη semi-scholarship. Διότι σε καιρούς κρίσης μια  semi-scholarship δεν είναι κάτι που καταφρονείς εύκολα.
Αργότερα ήρθαν οι πάτρωνες!! Κάτι μεγαλειώδεις τύποι, παντογνώστες και  τόσο κατασταλαγμένοι που στα μάτια σου, όταν είσαι ακόμη ανίδεος, γνωρίζουν πως να μεγαλουργούν. Μετά, αποκαλύπτονται. Υπάρχουν όσο υπάρχεις να τους χειροκροτείς και να τους θαυμάζεις (ένας Θεός ξέρει γιατί τους θαύμασες). Όταν θα τραβήξεις το δρόμο σου όμως, σε αντιμετωπίζουν ολίγον ως αναρχοαυτόνομο μούτρο  που απλά τους ευνούχισες χωρίς καν να το γνωρίζεις πως το έπραξες. Πιάστηκαν τα χεράκια σου να χειροκροτούν κι είπες να πάρεις ένα, μα ένα μόνο ρεπό. Υπονοούνταν κι η αλήθεια τους βέβαια  κι είπες να φυλαχτείς καλού κακού.  
Έπειτα ήρθε ο αδύναμος κρίκος, ο άνθρωπος που θέλει πάντα προστασία. Επικίνδυνος τύπος, ειδικά όταν έχεις κόρη στη εφηβεία και ήδη μεγαλώνεις ένα ανήλικο. Άκρη δεν έχει ο ουρανός δηλαδή. Σαθρά θεμέλια επικοινωνίας σε μια κοινωνία που έτσι κι αλλιώς λειτουργεί με ευκαιριακές συνεργασίες και συγκυβερνήσεις. Τραβάς την κλωστή και το ξέρεις (αναφωνεί το χαλί). Μα δεν χάθηκε ο κόσμος, ας δούμε κι αυτήν την όψη. Οικιοθελώς να μπαίνεις στα πράγματα, γνωρίζοντας τη διαλεκτική των καιροσκόπων, κατέχοντας την αυξητική της ματαιοδοξίας και …φεύγοντας. Πολλοί αποχαιρετισμοί για μια μόνο χρονιά.
Ζήτησα και μια συγνώμη για κάτι που ίσως έκανα, δεν είμαι και τόσο βέβαιη μα έτρεξα να προλάβω και πιστεύω πως γι΄ αυτό φταίει η γιαγιά μου που τόνιζε ανελλιπώς πως έχουμε ζωή έχουμε και θάνατο (να σ’χωρνάς και να σ’χωρνιέσαι μάνα μ΄). Επιβλητική μορφή η γιαγιά, αν και κοντούλα και λεπτούλα γυναίκα, δεν μπορούσες να της αρνηθείς τίποτα. Επομένως, ήταν χωρίς αμφισβήτηση η ανάγκη της τακτοποίησης και αυτής της εκκρεμότητας. Είχε δίκιο, ένοιωσα υπέροχα.
Έπειτα ήρθε η ώρα που έπρεπε να φτάσεις σ΄ ένα αεροδρόμιο και ν΄ αγκαλιάσεις το σπλάχνο σου και να μπεις σαν να μην τρέχει τίποτα στο αμαξάκι σου. Να κουνήσεις το μαντήλι –κατά τας γραφάς- κι επειδή-άκουσον άκουσον- είσαι λέει άνθρωπος του πνεύματος, να μην το δείξεις σε κανέναν, να κρυφτείς σε μια σπηλιά (που έκανε αιώνες ο άνθρωπος να βγει απ΄ τις σπηλιές) να μην σε δουν ότι πονάς, φοβάσαι, ανησυχείς, κλαις, τρέμεις τα κύματα, είσαι καχύποπτος με κάθε άνθρωπο που πλησιάζει το παιδί σου, μεσολαβούν πέντε θάλασσες και τέσσερεις ήπειροι μεταξύ σας και πώς να τρέξεις να συνδράμεις στις αγωνίες του; Ξεχνούν πως εκτός από άνθρωπος του πνεύματος είσαι απλά κι ισόβια άνθρωπος κι όλα κλείνουν εδώ.
Μας μάτιασαν, το πιστεύω, με τη μοιρολατρία της αδυναμίας να κατανοήσω τα πάντα. Έκλαψα όταν διαπίστωσα πως σε καιρό κρίσης, θα πρέπει να διορθώσω τις βλάβες της κρίσης στο σπίτι μου.  Αλήθεια, αυτή δεν θα μας αφήσει πια; Εδώ, μαζί θα πορευτούμε για πολλά πολλά χρόνια ακόμη;

Επέλεξα λοιπόν, να κοιτώ τα πράγματα από μακριά. Όχι από δειλία ή ηττοπάθεια αλλά εξ εταιτίας μιας πλέον αναγκαίας  ανασύνταξης κι εσωτερικής ανασυγκρότησης. Σ΄αυτό το νησί ανακαλύπτω ό,τι αξίζει  το ρίσκο για κολύμπι στ΄ανοιχτά και βουτιά στη βαθιά.

Εγώ το χαλί μου θέλω, νάχω το νησί μου με άλλα λόγια, στη μέση του ωκεανού μου, να είμαι η μόνη του κάτοικος, κι όπως τραβώ τις κλωστές του να λέω το παραμύθι της ζωής από το τέλος προς την αρχή.

Διότι, πώς να το κάνουμε; Το παραμύθι της ζωής, διαβάζεται κι ανάποδα!!

(απόσπασμα από υπό συγγραφή μυθιστόρημα)

συνεχίζεται..