Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Στη σοφίτα-Χορός στο Φως-2010


Σε μια σοφίτα, σκονισμένη από τα χρόνια
γεμάτη αράχνες,
αχνό το φως που στέλνει ο ήλιος.
Χρόνια πολλά κανείς δεν άνοιξε την πόρτα,
γέλια ακουγόταν ως τα πρώτα τα σκαλιά.
Ένα παιδάκι, μια ψυχούλα,
αναρωτήθηκε μια μέρα:
«Τάχα τι κρύβουν τα βαριά κουτιά;
Τι παραμύθια, ιστορίες και φαντάσματα;»
«Θα πάω να δω», αποφασίζει ξαφνικά.
Τρίζει η πόρτα, αναστενάζει, αντιστέκεται.
Ίσως τη βόλευε που έμενε κλειστή.
Δεν είχε χρέος να προσέχει για το λούστρο της.
«Ουφ! σκόνη!» ανατριχιάζει. Και «Αράχνες»!
«Εγώ θα μπω»!
Τι πεισματάρικο παιδί!
Με βήμα τρέμουλο, γιατί φοβότανε, ας μην
το έδειχνε, προχώρησε, γονάτισε στο
πιο τρανό κουτί.
Πώς να τα’ ανοίξει; Δοκιμάζει με σφυρί.
Άδικος κόπος.
Παίρνει μαχαίρι, ούτε τώρα.
Βάζει κλωτσάει από το πείσμα δυνατά.
Δεν τα κατάφερε. Δάκρυα έτρεξαν
απ’ τον πόνο και το πείσμα.
Κύλησαν πάνω στο ξερό κουτί.
Κάθισε χάμω κι έκλαψε,
δεν πρόλαβε όμως ούτε να σκεφτεί
και νιώθει πίσω του να γίνεται
το θαύμα. «Άνοιξε μόνο του, Θεέ μου.»
Τα μάτια του άνοιξαν σαν ήλιος,
σαν τεράστιο του Αύγουστου φεγγάρι.

Τι ήταν τούτα;
Κουτί με δάκρυα, το ένα.
Χαρτιά που ανάσαιναν το άλλο.
Πανιά ψυχής, λίγο πιο κει.
Τρόμαξε πάλι, δεν σταμάτησε.
Έψαξε, έψαξε ώρες ίσως και μέρες,
η υπομονή του ανταμείφθηκε,
αφού στο τέλος ανακάλυψε γιατί,
κανείς δεν πήγαινε ποτέ ως τη σοφίτα.
Κι αυτά που βρήκε ήταν δικά του
και αξίζανε μαλάματα.
Κι έμεινε εκεί.