Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

"ΑΓΑΠΩ θα πει ΧΑΝΟΜΑΙ" ο προλογισμός


της Μίνας Παπανικολάου
Η Ρένα Ρώση-Ζαίρη στο βιβλίο της πραγματεύεται το πάντα επίκαιρο θέμα της Αγάπης μέσα από τις παράλληλες ζωές των μελών μιας οικογένειας. Και λέω παράλληλες, γιατί έτσι δοσμένες από τη συγγραφέα στο μυθιστόρημα «Αγαπώ θα πει Χάνομαι». Αγγελικά πλασμένες ατομικότητες δραματουργούνται από την πένα της σε βίους μοναχικότητας, που συμβατικά και αναγκαστικά συναντώνται, μόνο από τα κοινά  οικογενειακά βιώματα. Οι τρεις κόρες της οικογένειας Λέκκα μεγαλώνουν ΧΩΡΙΣ ΑΓΑΠΗ όπως αυτή πρέπει να δίνεται από τους γονείς προς τα παιδιά, από τα πρώτα ανοίγματα των βλεφάρων τους στη ζωή. Από το πρώτο μητρικό χάδι , την θερμή και εύοσμη αγκαλιά της μάνας, τον πάντα εύρυθμο χτύπο της καρδιάς της σε κάθε «αχ» και κλάμα του παιδιού της. Κανένας δεν θα της διδάξει ποτέ τη μητρότητα. Ενυπάρχει στην ψυχή της ως φως πάντερπνο. Και στον πατέρα κανένας δεν θα διδάξει την πατρότητα. Εκείνο που μπορεί πράγματι να μάθει στη διάρκεια του βίου του είναι τρόποι να δείχνει την αγάπη του/της καθώς δεν αρκεί να τη νοιώθει.

Στην εισαγωγή του βιβλίου αναφέρει:

«Μια ερώτηση έκανα στον εαυτό μου.Μια αιώνια αναπάντητη ερώτηση.Κι απλή.Τόσο απλή και συνάμα περίπλοκη.Τί είναι αγάπη; Αλήθεια, τί είναι η αγάπη; Γιατί τη χρειαζόμαστε τόσο πολύ; Κι αν δεν έχουμε αγαπήσει κι αν δεν μας έχουν αγαπήσει ποτέ; Τί μπορούμε να πάθουμε; Πώς θα καταντήσει η ζωή μας; Οι καλές πράξεις,οι κακές μας πράξεις, όλες οι πράξεις μας, έχουν σχέση μαζί της; Κι αν ναι, γιατί; Τί είναι επιτέλους αυτό που ονομάζουμε αγάπη; Γιατί μερικοί άνθρωποι μπορούν να πουν τόσο εύκολα το ρήμα «σ αγαπώ» κι άλλοι δεν τολμούν να το εκφράσουν; Τί κρύβει μέσα του το συναίσθημα της αγάπης;Πώς εκφράζεται Φτάνει μόνο να ξεστομίσεις το περιβόητο ρήμα;Φτάνει; Μήπως πρέπει να το δείξεις και με τις πράξεις σου;Κι αν όχι γιατί; Και γιατί είναι τόσο σημαντική η αγάπη;
Αν απουσιάζει; Αν δεν έχει δηλώσει ποτέ παρούσα;
Θέλοντας να απαντήσω στο ερώτημά μου,θέλοντας να βασανίσω τον ίδιο μου τον εαυτό, έχτισα με τα μάτια της φαντασίας μου μια οικογένεια. Κι ένα σπιτικό. Το σπιτικό της αδιαφορίας....» 

Η Αλεξάνδρα , το φωτεινό μυαλό του σπιτιού, το καμάρι του πατέρα, μη γνωρίζοντας την αγάπη, δεν ακολουθεί το δρόμο που εκείνος της ετοίμαζε ως ιδιοκτήτριας και κληρονόμου της οικογενειακής επιχείρησης. Δεν γεννήθηκε αγόρι κι αυτό ήταν  ένα ακόμη «σφάλμα» της. Νοιώθοντας απόρριψη, ενοχές για τις «αποτυχίες» αυτές, φεύγει κι αναζητά την αγάπη εκτός σπιτιού. Περνά από συμπληγάδες, για να τη συναντήσει πολύ αργότερα.
Οι γονείς χτίζουν παλάτια, προσφέρουν ανέσεις και ταυτόχρονα απουσιάζουν κυριολεκτικά και μεταφορικά από τις ζωές των παιδιών τους. Κάποτε ζητούν τα ανταλλάγματα της προσφοράς τους αυτής και εισπράττουν το αποκαρδιωτικό: « Όχι, δεν με ξέρεις, Δεν ξέρεις τίποτα για μένα. Ζούσα χρόνια στο αρχοντικό σου, της αδιαφορίας, όπως λέει η ηρωίδα». 
Η Μαρίνα, το πιστό αντίγραφο της μαμάς, της όμορφης μαμάς, της τέλειας αλαβάστρινης κούκλας. Έκανε τα πάντα για να την αγαπάει αυτή η φαινομενικά τέλεια κούκλα. Η κενή κούκλα που συμβούλευε λανθασμένα το παιδί της να στηρίζεται στο σώμα του για να «ανέβει», ζητώντας ταυτόχρονα την επιβεβαίωση της εξουσίας  της ως γονέα, ως γυναίκας, ως κούκλας.
Τα παιδιά ψάχνουν αγωνιωδώς να βρουν την ταυτότητά τους στην ηλικία της εφηβείας  και νωρίτερα. Η γονεϊκή απουσία τα οδηγεί σε αναζητήσεις υπαρξιακές  και μετά το στάδιο αυτό ,ίσως δεν σταματούν ποτέ πια να αναζητούν την ταυτότητά τους.
Η Μαρίνα βρίσκει την ταυτότητά της αργότερα, πολύ αργότερα, χτίζοντας τη ζωή της από την αρχή, το «εγώ» της από την αρχή, ιστό-ιστό, κύτταρο-κύτταρο, γκρεμίζοντας ικριώματα απόντων συνειδήσεων, χρόνια μετά. 
Ο χαρακτήρας, όμως, που με κέρδισε που με πήρε από το χέρι και μου έδειξε μέσα από τα αθώα μάτια του τον κόσμο του βιβλίου που στα χέρια μου κρατώ, είναι η Ελίνα, η μικρή Ελευθερία. Το μικρό ξωτικό του σπιτιού, το πάντα ντυμένο στα λευκά, το αερικό, που ένα πρωί βρέθηκε  στο αρχοντικό της αδιαφορίας, μέλος της παγωμένης οικογένειας, και εκτός γάμου παιδί του πατέρα.
Η ίδια η Ελίνα, όντας παιδί με ειδικές δεξιότητες και ικανότητες τίποτα δεν γνώριζε από τον υλιστικό, πραγματιστικό κόσμο των μεγάλων. Ένοιωθε όμως κάθε συναίσθημα που πλανιόταν στο σπίτι της αδιαφορίας, κάθε πόνο των μελών του, κάθε θλίψη κι αγωνία των μοναχικών παιδιών του. Μια φορά μόνο, ο πατέρας, τη φίλησε. Εκείνη και κανέναν άλλον. Μιλούσε και με τα βιβλία του πατέρα, οι ήρωες των βιβλίων του ήταν οι πρώτοι φίλοι της. Μιλούσε με τα λουλούδια.. Αν είναι δυνατόν! Η Ελίνα γιάτρευε με τα βότανα ψυχές και σώματα, γιάτρευε με τα αλλοπαρμένα μάτια της, με την άυλη παρουσία της. Μεγαλώνοντας έμαθε τα πάντα για τα βότανα, για τη φύση, τον κόσμο των λουλουδιών, των δέντρων.
Έζησε μια ζωή απλή, έκανε οικογένεια, παιδιά, έκανε επάγγελμα την αγάπη της για τη φύση, απέκτησε φίλους της καρδιάς, ήπιε κρασί στα ουζερί της Σαντορίνης, μισήθηκε, αγαπήθηκε, μύρισε το χώμα του κήπου της, αγάπησε τη ζωή και τον άνθρωπο, χωρίς όρους και όρια. Ήξερε πως ήταν διαφορετική, ήξερε επίσης πως της έλειπε το άλλο της μισό, δεν ήξερε τι ήταν αυτό. Αυτή της η ανεπάρκεια δεν την εμπόδισε να αγαπά.

«..Ήξερα καλά πως δεν ήμουν παρλιακή, ούτε ηλίθια, ούτε τρελή , ούτε παλαβή, όπως με φώναζαν τα παιδιά. Μπορεί εκείνη τη μέρα που είχα αρρωστήσει να είχα αυτισμό, όπως είχε πει κι ο γιατρός. Αλλά τω΄ρα ήμουν καλά, δεν ήμουν;
Ήμουν η Ελίνα που αγαπούσε τα λουλούδια. Κι ο μπαμπάς μια μέρα είχε φιλήσει μόνο εμένα. Ούτε την κυρία μαμά, ούτε την Αλεξάνδρα, ούτε τη Μαρίνα.Μόνο εμένα.
Και μια μέρα θα έβρισκα, μπορεί κι ανάμεσα στα λουλούδια το άλλο μου μισό και θα σταματούσα να είμαι διαφορετική. Εντάξει;.......»

Αναρωτήθηκα: Είχε αποθέματα αγάπης, γεννήθηκε με αυτά ή  διδάχθηκε την Αγάπη  στην πορεία της ζωής της; Η ίδια εισέπραξε αγάπη και τη δίδαξε. Τη γνώρισε από την νταντά της τη Γεωργία, χωρίς να γνωρίζει τον μεταξύ τους συγγενικό δεσμό. Και έζησε αυτή καλά!

Θα μπορούσα να μιλήσω για τις θεωρίες ανάπτυξης των παιδιών, για θεωρίες ανάπτυξης της συναισθηματικής τους νοημοσύνης, της ηθικής τους ανάπτυξης, των τριών σταδίων, τον Maslow και τόσους άλλους θεωρητικούς.
Προτιμώ να περιοριστώ στην ανθρώπινη πλευρά αυτού του βιβλίου. Με μια δεύτερη ανάγνωση-γιατί μου αρέσει να βλέπω πίσω από τις εικόνες και τα λόγια- πιστεύω πως η Ρένα στο βιβλίο της ΑΓΑΠΩ ΘΑ ΠΕΙ ΧΑΝΟΜΑΙ τολμά και αγγίζει θέματα ογκώδη που καλύπτουν μεγάλο τμήμα της καθημερινής μας ζωής σε πολλές από τις εκφάνσεις της. Θέματα όπως η γονεϊκή σχέση, η πατρότητα, η μητρότητα, η υιοθεσία, η παράνομη υιοθεσία, η εκτός γάμου σχέση, το εκτός γάμου παιδί, η αδιαφορία του γονέα προς το παιδί, η ευθανασία, ο θάνατος του γονέα, η εγκατάλειψη, η ζωή και τέλος, η Αγάπη.
Η Ελίνα, είναι το αυτιστικό παιδί που διδάσκει την αγάπη και τη βιώνει στον υπέρτατο βαθμό. Το εκτός γάμου παιδί, το δίδυμο χωρίς δίδυμο, το με μητέρα αλλά χωρίς μητέρα παιδί. Τρομακτικό! Παιδιά με καλύτερες και πιο ευοίωνες  προϋποθέσεις  λυγίζουν στην πρώτη δυσκολία. Η Ελίνα είναι το παράδειγμα ζωής, η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, το σημείο αναφοράς της ελπίδας, η φωτεινή σταθερά σ΄έναν κόσμο θαμπό, ψεύτικο,τελειωμένο, καταγκρεμισμένο.
Η Ρένα αγγίζει το θέμα αυτισμού μέσα από τα μάτια του ατόμου που πάσχει και με αθωότητα ελπίζει πως αύριο ο αυτισμός θα της περάσει. Βάζει την Ελίνα να μιλά, να νοιώθει, να μαθαίνει, να δημιουργεί, να διδάσκει,να πονά, να ζει, να υπάρχει μέσα από την Αγάπη και να χάνεται βρίσκοντας όμως τον εαυτό της μέσα από αυτό ακριβώς το μοίρασμα της ψυχής της. Χωρίς ανταλλάγματα, δεν τα γνώριζε εξάλλου η αθώα της καρδιά.
 Για μένα, η Ελίνα είναι που μας μαθαίνει πως Αγαπώ θα πει Χάνομαι στις ψυχές των αγαπημένων μου και Βρίσκομαι  Πάλι και Πάντα Εκεί.
Καλοτάξιδο!! 
Μίνα Παπανικολάου