«Όταν η ψυχή μίλησε,
Οι ιστορίες που μας είπε ο παππούς» της ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΤΣΩΝΗ
Ανάγνωση της Μίνας Παπανικολάου (ποιήτρια)
Κρατώ στα χέρια μου το βιβλίο της κας Αναστασίας Τσώνη, της φίλης
που με εμπότισε περηφάνεια με τη γνωριμία της, «Όταν η ψυχή μίλησε,
Οι ιστορίες που μας είπε ο παππούς».
Ξαφνιάστηκα ευχάριστα όταν αντιμετώπισα μια παλιά γνώριμη, την
πραγματικότητα της ανάγνωσης των κειμένων των φιλοσόφων με μια
άλλη λογική και μια άλλη οπτική των πραγμάτων. Αυτή κατά την οποία
γίνεται οικεία η προσέγγιση τους από νέους ανθρώπους μέσα όμως από
τα μάτια ενός πολύτιμου ανθρώπου για τη συναισθηματική τους
ανάπτυξη, του παππού. Διότι πολύτιμη είναι η σχέση του παππού και της
γιαγιάς για τα εγγόνια, είναι ο συνδετικός κρίκος του παρόντος τους με
το παρελθόν τους, είναι η ρίζα τους, είναι εκείνοι που σε αντιδιαστολή με
τον παρόν που κακοκαμαθαίνει τα παιδιά, σ’ αυτό το βιβλίο
αποδεικνύεται ότι μπορούν να καλομάθουν τα παιδιά, τα εγγόνια. Και
πως μπορούν να το πετύχουν άραγε; Μα δίνοντας μια άλλη ποιότητα στη
σχέση τους, την ποιότητα του δασκάλου, του παιδευτή, του ανθρώπου
που εκπαιδεύει χωρίς να επιδεικνύεται, χωρίς να πιέζει, χωρίς να
φαίνεται ο ίδιος.
Η αλήθεια είναι ότι η εμβάθυνση και η ανάλυση τόσο υψηλών νοημάτων
όπως αυτά που αντιμετωπίζουμε μέσα στο συγκεκριμένο πόνημα της
κυρίας Τσώνη δεν είναι εύκολο να τα συζητήσει ένας παππούς η μία
γιαγιά με τα εγγόνια, παρά μονάχα σε μεγάλες ηλικίες. Είναι εξίσου
αλήθεια όμως ότι όταν τα παιδιά συνηθίσουν νωρίς και έχουν την τύχη
να βρίσκονται σε μια οικογένεια όπου ο παππούς ή η γιαγιά έχουνε ήδη
οι ίδιοι τους παιδευτεί από τα μικράτα τους, τότε αυτά τα παιδιά είναι
σίγουρα τυχερά διότι μέσα από την εμπιστοσύνη της σχέσης μπορεί να
χτιστεί μια πολύ ισχυρή ταυτότητα των παιδιών. Ποιά; Της κριτικής
σκέψης και ανάλυσης, της εμβάθυνσης, του αυτοπροσδιορισμού μετά
από μελέτη, μετά από απόδειξη, μετά από ουσιαστική κατανόηση του
γίγνεσθαι.
Στο βιβλίο μας, αυτό επιτυγχάνεται χωρίς εξουσιαστική σχέση και
διαταγή, χωρίς ενοχή των παππούδων απέναντι στους γονείς ή με φόβο
απέναντι στο λάθος.
Σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης μου διαπίστωσα ότι, πέραν της
καλαισθησίας, πέραν του εξαιρετικού τρόπου με τον οποίο αποδίδονται
οι διάλογοι, τα νοήματα και ενισχύει άριστα η εικονογράφηση, είναι
εμφανής η θετική προδιάθεση κάθε παιδιού απέναντι στον παππού
εμποτισμένη με εμπιστοσύνη. Διακατέχονται από τρυφερή
πνευματικότητα, ήδη προετοιμασμένα από καιρό να συμμετέχουν σε
υψηλού επιπέδου συζητήσεις, να ψάχνουν και να διερευνούν τα νοήματα
πίσω από τις λέξεις, μέσα στις λέξεις, κάτω από τις λέξεις και να
αναζητούν βεβαιότητες-φωτεινές σταθερές για την πορεία της ζωής τους
και κυρίως τον Ένα Θεό όχι ως επιστήμη ή φιλοσοφία (η οποία ξεκινά
απ΄τη λογική) αλλά εμπειρία ζωής και κοινωνία καθώς πρόκειται για
συμμετοχή και σχέση βαθιά με σκοπό τη θέωση. Η πορεία αυτή αποτελεί
για τον άνθρωπο Αποκάλυψη και Νοηματοδοσία ζωής.
Θα ήθελα να αναφερθώ στην σημειολογία των ρόλων. Ο παππούς, όπως
αξιοποιήθηκε, περιγράφει το αρσενικό αρχέτυπο, όπως η συγγραφέας
ενδεχομένως είχε την τύχη να το ζήσει η όπως θα επιθυμούσε να το
ζήσει. Η γιαγιά μαγειρεύει, η γιαγιά ετοιμάζει το τραπέζι.. Θα μπορούσε
κάλλιστα μια γιαγιά να προετοιμάζει πνευματικά τα παιδιά και ο παππούς
να εργάζεται προετοιμάζοντας ένα τραπέζι για τα εγγόνια. Όμως όχι, στο
βιβλίο της κυρίας Τσώνη ακολουθούνται τα κλασσικά στερεότυπα της
ελληνικής οικογένειας, της παραδοσιακής πατριαρχικής οικογένειας με
ευγενικό όμως τρόπο δοσμένη, χωρίς εξάρσεις ή αυθεντίες του ρόλου.
Το εντυπωσιακό είναι ότι η κα Τσώνη παράλληλα εμπλέκει ισότιμα τα
δύο φύλα, τη νέα γενιά, στην διαλεκτική της αναζήτησης!! Οι εγγονές
συμμετέχουν θέτοντας πραγματικά εξαιρετικές ερωτήσεις στον παππού
χωρίς να διαφοροποιούνται καθόλου σε σχέση με τα αρσενικά αδέρφια
τους κι αυτό έρχεται να ισορροπήσει την παλιά αντίληψη των ρόλων του
άνδρα και της γυναίκας μέσα στην οικογένεια.
Και ω! του θαύματος, αντιλαμβάνομαι ξαφνικά ότι ο παππούς «διδάσκει»
αλλά και «διδάσκεται» από τα νεότερα παιδιά ! Διδάσκεται την οπτική
τους, την ισοτιμία τους, την μοναδική τους αξία και βρίσκονται μέσα στις
σχέσεις με όλους και με όλα, με τους ίδιους προβληματισμούς, τις ίδιες
ενδοσκοπήσεις, τις ίδιες δυνατότητες εξαγωγής συμπερασμάτων κι αυτό
αποτελεί κορυφαίο σημείο για μένα στο συγκεκριμένο βιβλίο.
Η γλώσσα του έργου είναι απλή, οικεία και καθημερινή, χωρίς ρητορικές
εξάρσεις. Αυτή η απλότητα δεν είναι αδυναμία, αντίθετα, λειτουργεί
αισθητικά ως μέσο συναισθηματικής ειλικρίνειας. Η φιλοσοφία δεν
εμφανίζεται γενικόλογη, θεωρητική και ξένη, αλλά προσβάσιμη και
ανθρώπινη. Η αισθητική δύναμη του βιβλίου βρίσκεται στη σιωπηλή
ανθρωπιά και στη φυσική μετάβαση από την οικογενειακή σκηνή στη
στοχαστική αναζήτηση.
Τυχεροί όσοι θα το διαβάσουν κι όσοι/ες θα το αξιοποιήσουν
εκπαιδευτικά! Τυχερά θα είναι τα παιδιά που με ήπιο τρόπο θα έχουν την
ευκαιρία να εντρυφήσουν σε ιδέες, αξίες και νοήματα που τελικά
διαμορφώνουν χαρακτήρες, προσωπικότητες και φρονήματα!
Μια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν, ήταν ένας παππούς που για την εποχή
του ήταν τυχερός. Μπόρεσε να μορφωθεί και να μορφωθεί τόσο βαθιά
και ουσιαστικά, ώστε να αποτελέσει την ιδανική συντροφιά για τη
συνέχειά του, τους διαδόχους της πνευματικότητάς του, τα εγγόνια του.
Τα εγγόνια, οι μελλοντικοί σύζυγοι κάποιων ανθρώπων, γονείς και
παππούδες κάποιων άλλων ανθρώπων, θα συνεχίσουν να διαιωνίζουν τα
ακριβά και βαθιά νοήματα που είχαν την τύχη να διδαχθούν και να
κληρονομήσουν!
Καλοτάξιδο!

