Αναζητώντας-Το ιστολόγιο:
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χορός στο Φως-ΛΕΞΙΤΥΠΟΝ 2010. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χορός στο Φως-ΛΕΞΙΤΥΠΟΝ 2010. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 2 Μαΐου 2016
Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012
Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2011
ΧΙΟΝΙ-συλλογή ΧΟΡΟΣ ΣΤΟ ΦΩΣ
Νύχτωσε πάλι. Σκοτάδι παχύ, αδιαπέραστο.
Δεν βλέπω την άκρη του ορίζοντα,
δεν διακρίνω φως, ούτε από τη λάμπα
ενός σπιτιού.
Ούτε από τα φώτα ενός αυτοκινήτου.
Πόσο μάλλον εκείνου που θα έφερνε εσένα.
Χιόνισε, πάγωσε η ψυχή μου από την απώλεια.
Μούδιασε το σώμα, δεν το νιώθω.
Κάποια δάκρυα κυλούν συχνά κι ας μην το θέλω.
Γιατί δεν πρέπει να πονάς γι’ αυτά που χάνεις,
να γελάς αξίζει που τουλάχιστον τα έζησες.
Περίμενα πολύ καιρό να ’ρθει η στιγμή
που θα ’χω την ανάσα σου κοντά μου,
στο πρόσωπό μου, στο στόμα μου για να πάρω
την πνοή σου,
μ’ αυτή να ζω.
Περίμενα καιρό να ’ρθείς να μου δείξεις
τον κόσμο με τα μάτια σου,
για να δω.
Περίμενα τα χέρια σου ν’ αγγίξουν τα
δικά μου για να ζεσταθώ.
Ήθελα να αποκοιμηθείς στην αγκαλιά μου,
να σε προσέχω, να σε χαϊδεύω,
να προστατεύω
την ύπαρξή σου απ’ όλες τις συμφορές του κόσμου.
Δεν ήρθες ποτέ κι έμεινα με τα χέρια
απλωμένα, αδειανά, παγωμένα.
Τα μάτια θολά, λυπημένα.
Την καρδιά μου κενή, στραγγισμένη, αδειανή.
Δεν ήρθες ποτέ.
Τι σε κράτησε; Τι σου έκλεισε το δρόμο;
Μπροστά στο παραθύρι, θα φανούν σαν ξημερώσει
ανθρώπινα οχήματα, οι ψυχές.
Καμιά μορφή δε θα ’ναι η δική σου.
Καμιά ψυχή, η ψυχή σου.
Κανένας δρόμος δεν θα λιώσει
απ’ το διάβα της κορμοστασιάς σου.
Κανέναν δεν θα τρομάξει η ρυτίδα ανάμεσα
στα φρύδια σου,
που λάτρεψα όσο τίποτα σε σένα
και δεν πρόλαβα πριν χαθείς,
να προσκυνήσω.
ΑΡΝΗΣΗ-συλλογή ΧΟΡΟΣ ΣΤΟ ΦΩΣ
Τι θα κάνω με σένα;
Τι θα κάνω με μένα;
Τι να πω στα κλαμένα τα μάτια μου αύριο;
Πού για χρόνια θα ψάχνω να βρω το κουράγιο,
να γυρίσω να δω μες στο χτες!
Πώς θα πω τη ζωή πως ξεγέλασα;
Πού θα σβήσω τα ρίγη που ένιωσα,
να τα κρύψω να μείνουν στο χτες;
Να σκεφτείς πως το μόνο που ζήτησα,
η ψυχή, το κορμί πως λαχτάρησε,
να γυρίσει – να ζήσει στο σήμερα
όλα αυτά που μ’ αρνήθηκες χθες.
Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011
ΚΥΜΑ, ΝΕΡΟ, ΧΩΡΙΣ ΜΟΡΦΗ
Η πλάνη της ψυχής, μεγάλη.
Η απάτη της φωνής, απέραντη.
Ποιος κίνδυνος κινάει τα νήματα;
Ποιο πέλαγος στέλνει τα κύματα,
αυτά που σε τυλίγουν,
με τυλίγουν καρδιά μου κι αφηνόμαστε;
Το ξέρω, στο φωνάζω ψυχή μου,
μην αφήνεσαι,
το κύμα είναι νερό, υγρό,
που σχήμα παίρνει από τα σχήματα
δεν ξέρει βήματα, κανόνες,
μην το χρεώσεις που δεν θα ’ναι ό,τι ήλπιζες,
γιατί το ήξερες πως χάνει και χάνεται,
δεν πιάνεται.
Πίστεψε αν θέλεις τη σιωπή του.
Η απάτη της φωνής, απέραντη.
Ποιος κίνδυνος κινάει τα νήματα;
Ποιο πέλαγος στέλνει τα κύματα,
αυτά που σε τυλίγουν,
με τυλίγουν καρδιά μου κι αφηνόμαστε;
Το ξέρω, στο φωνάζω ψυχή μου,
μην αφήνεσαι,
το κύμα είναι νερό, υγρό,
που σχήμα παίρνει από τα σχήματα
δεν ξέρει βήματα, κανόνες,
μην το χρεώσεις που δεν θα ’ναι ό,τι ήλπιζες,
γιατί το ήξερες πως χάνει και χάνεται,
δεν πιάνεται.
Πίστεψε αν θέλεις τη σιωπή του.
Μην δίνεσαι.
Για λίγο αφέσου και προχώρα.
***************************
ΚΥΜΑ, ΝΕΡΟ, ΧΩΡΙΣ ΜΟΡΦΗ- συλλογή ΧΟΡΟΣ ΣΤΟ ΦΩΣ
Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011
ΟΝΕΙΡΑΚΙ
photo by Mina
Ονειράκι μικρό,
σαν πανί σε βαρκούλα.
Ονειράκι γλυκό,
σαν νερό σε λιμνούλα.
Σαν φουλάρι ανέμελο,
στον λαιμό μιας γυναίκας,
ή σαν σύννεφο ξέμπαρκο
απ’ το σύνολο…!
Στο κορμί μου κρεμάστηκες
και αγιάστηκες πάλι,
σαν μικρό ακρογιάλι που το ξέρουμε δυο.
Το φιλί κι η ανάσα σου,
μου θυμίσαν τα χρόνια
που σαν δυο χελιδόνια
πρωτοχτίσαν φωλιά.
Μα κι οι δυο μας αλλάξαμε,
και γεμίσαμε χιόνια.
Όχι απλά στα μαλλιά μας
μα στην δόλια καρδιά.
Κι η βαρκούλα, πιο έρμη,
απ’ όσο ήτανε μόνη,
πριν να πεις «έχε γεια».
από τη συλλογή Χορός στο Φως-Λεξίτυπον 2010-
(έχει μελοποιηθεί από τον συνθέτη Χαράλαμπο Ναβροζίδη)
Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011
ΧΟΡΟΙ
Φαντάστηκα το χορό των τσιγγάνων,
με συνεπήρε ο ρυθμός τους.
θάθελα να τον ζωγραφίσω σε χρόνο νεκρό.
Τα χέρια υψωμένα,
τα κορμιά λυμένα,
σε έκσταση προκλητική.
Το χορό των Μουσών,
θάθελα να ζωγραφίσω.
Με δέος στην Ανώτερη Δύναμη,
μ’ αξιοπρέπεια συνάμα,
χωρίς ίχνος δουλικής υποταγής.
Ν’ αγγίξω λίγο,
να νοιώσω λίγο,
ν’ αποκτήσω αυτά που η φύση σε λίγους χαρίζει.
Κι η ιστορία για να χορέψουν τους κρατά
λευκές σελίδες.
Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011
Οπτασία και Ήχος
Έψαξα τη φωνή σου
μέσα στο απέραντο της σιωπής μου.
Βρήκα τη μορφή σου
στηη ομίχλη της ψυχής μου.
Δεν ξέρω αν ήσουν όνειρο, οπτασία
ή τόσο που τόθελα να σμίξω με Θεό.
Έψαξα τη φωνή σου
στους χτύπους του ρολογιού μου.
Δεν ξερω τι άκουσα.
ίσως τον αντίλαλο της σκέψης μου.
Κι ίσως να μην ήσουν καν εσύ.
Αφουγκράστηκα
Φώναξα..
Ίσως ο απόηχος του στεναγμού μου απαντήσει..
Αν έψαξες..
Αν Με έψαξες..
Είμαι.
Από τη συλλογή ΧΟΡΟΣ στο ΦΩΣ ~ εκδόσεις ΛΕΞΙΤΥΠΟΝ~2010
Σάββατο 16 Ιουλίου 2011
John Sokoloff ~ El Manor-Κορμιά-Χορός στο Φως
Κορμιά
Σε ξύλινο θρονί
δυο κορμιά.
Μαθαίνουν, ψηλαφούν, ανιχνεύουν.
Λες πως πονούν έτσι όπως σμίγουν.
Κοφτές ανάσες και ονόματα.
Χίλιες φορές ειπωμένα.
Καινούρια.
Πώς μοιάζουν τώρα τρυφερά παιδιά!
Σαν σε γαλήνιο ύπνο δίχως όνειρα!
Κανείς να μη γελιέται, θα ξυπνήσουν.
Θα θυμηθούν πως πρέπει να ματώσουν.
Πάνω από το σπασμένο κορμί μιας κούκλας.
Πάνω απ΄τη στραπατσαρισμένη αξιοπρέπεια ενός ξύλινου στρατιώτη.
Θα είναι πάλι αγέννητοι,πρωτόγονα αγέννητοι.
Ξένοι.
Εχθροί.
Δον Κιχώτες.
Θ΄αρκούσε σ΄εκείνο το θρονί να αγκαλιαστούν ξανά.
Να γεννηθούν.
Χορός στο Φως- εκδ. ΛΕΞΙΤΥΠΟΝ 2010
Δευτέρα 23 Μαΐου 2011
Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011
Στη σοφίτα-Χορός στο Φως-2010
Σε μια σοφίτα, σκονισμένη από τα χρόνια
γεμάτη αράχνες,
αχνό το φως που στέλνει ο ήλιος.
Χρόνια πολλά κανείς δεν άνοιξε την πόρτα,
γέλια ακουγόταν ως τα πρώτα τα σκαλιά.
Ένα παιδάκι, μια ψυχούλα,
αναρωτήθηκε μια μέρα:
«Τάχα τι κρύβουν τα βαριά κουτιά;
Τι παραμύθια, ιστορίες και φαντάσματα;»
«Θα πάω να δω», αποφασίζει ξαφνικά.
Τρίζει η πόρτα, αναστενάζει, αντιστέκεται.
Ίσως τη βόλευε που έμενε κλειστή.
Δεν είχε χρέος να προσέχει για το λούστρο της.
«Ουφ! σκόνη!» ανατριχιάζει. Και «Αράχνες»!
«Εγώ θα μπω»!
Τι πεισματάρικο παιδί!
Με βήμα τρέμουλο, γιατί φοβότανε, ας μην
το έδειχνε, προχώρησε, γονάτισε στο
πιο τρανό κουτί.
Πώς να τα’ ανοίξει; Δοκιμάζει με σφυρί.
Άδικος κόπος.
Παίρνει μαχαίρι, ούτε τώρα.
Βάζει κλωτσάει από το πείσμα δυνατά.
Δεν τα κατάφερε. Δάκρυα έτρεξαν
απ’ τον πόνο και το πείσμα.
Κύλησαν πάνω στο ξερό κουτί.
Κάθισε χάμω κι έκλαψε,
δεν πρόλαβε όμως ούτε να σκεφτεί
και νιώθει πίσω του να γίνεται
το θαύμα. «Άνοιξε μόνο του, Θεέ μου.»
Τα μάτια του άνοιξαν σαν ήλιος,
σαν τεράστιο του Αύγουστου φεγγάρι.
Τι ήταν τούτα;
Κουτί με δάκρυα, το ένα.
Χαρτιά που ανάσαιναν το άλλο.
Πανιά ψυχής, λίγο πιο κει.
Τρόμαξε πάλι, δεν σταμάτησε.
Έψαξε, έψαξε ώρες ίσως και μέρες,
η υπομονή του ανταμείφθηκε,
αφού στο τέλος ανακάλυψε γιατί,
κανείς δεν πήγαινε ποτέ ως τη σοφίτα.
Κι αυτά που βρήκε ήταν δικά του
και αξίζανε μαλάματα.
Κι έμεινε εκεί.
Το κρασί της ευδαιμονίας-Χορός στο Φως-2010
Στερέωμα,
τύλιξε με. απόψε.
Πονώ.
Αγωνία, τρόμος, πανικός.
Αφήστε με πια, κάτω στη γη. «Είδα».
Σαν τα σκουλήκια οι μικρές, φτωχές ψυχές.
Αυτές που κάστρα χτίζουν,
πολεμίστρες, χάνια για τους φτωχούς
τους αυλικούς, τους στρατηλάτες σαν
κι εμένα.
Ξεπέζεψα ν’ αναπαυτώ.
Με βλέπω τώρα,
έχω ένα άτι περήφανο
λάμπει σαν ήλιος.
Μπαίνω, πίνω το κρασί
της ευδαιμονίας: γλυκό, στυφό μαζί.
Σε βλέπω σαν μιλώ,
δεν σε αγγίζω,
δεν μ’ αφήνεις να σ’ αγγίξω και τρέμω.
Φεύγω κι εσύ μ’ αφήνεις.
Πονάς,
μα μ’ αφήνεις.
τύλιξε με. απόψε.
Πονώ.
Αγωνία, τρόμος, πανικός.
Αφήστε με πια, κάτω στη γη. «Είδα».
Σαν τα σκουλήκια οι μικρές, φτωχές ψυχές.
Αυτές που κάστρα χτίζουν,
πολεμίστρες, χάνια για τους φτωχούς
τους αυλικούς, τους στρατηλάτες σαν
κι εμένα.
Ξεπέζεψα ν’ αναπαυτώ.
Με βλέπω τώρα,
έχω ένα άτι περήφανο
λάμπει σαν ήλιος.
Μπαίνω, πίνω το κρασί
της ευδαιμονίας: γλυκό, στυφό μαζί.
Σε βλέπω σαν μιλώ,
δεν σε αγγίζω,
δεν μ’ αφήνεις να σ’ αγγίξω και τρέμω.
Φεύγω κι εσύ μ’ αφήνεις.
Πονάς,
μα μ’ αφήνεις.
Θα γράψω απόψε-Χορός στο Φως-2010
Θα γράψω,
θα σωθώ κι απόψε.
Τι θα μπορούσε να σχίσει έναν ουρανό.
Τι θα αρκούσε για να κοπεί η γη στα δυο.
Τι είναι ο θάνατος πάνω στη γη,
μες στην ψυχή.
Πόνος, αίμα, σταγόνες μικρές,
αργά, ψυχρά.
Απώλεια, απουσία.
Ποια λέξη;
Πώς να το πω;
Λέω: πονώ.
Λέω: πολύ,
ρωτώ: γιατί
Λέω: φεύγω απόψε.
Βγαίνω απ’ το σώμα μου,
φτάνω ψηλά, πάνω απ’ τη γη,
όλα μικρά,
μα ο πόνος εκεί,
μαζί μου ταξίδεψε ψηλά.
Γιατί δεν έμεινε εκεί.
Στο φτωχό, ταπεινό χώμα,
αυτό που
μας γέννησε.
θα σωθώ κι απόψε.
Τι θα μπορούσε να σχίσει έναν ουρανό.
Τι θα αρκούσε για να κοπεί η γη στα δυο.
Τι είναι ο θάνατος πάνω στη γη,
μες στην ψυχή.
Πόνος, αίμα, σταγόνες μικρές,
αργά, ψυχρά.
Απώλεια, απουσία.
Ποια λέξη;
Πώς να το πω;
Λέω: πονώ.
Λέω: πολύ,
ρωτώ: γιατί
Λέω: φεύγω απόψε.
Βγαίνω απ’ το σώμα μου,
φτάνω ψηλά, πάνω απ’ τη γη,
όλα μικρά,
μα ο πόνος εκεί,
μαζί μου ταξίδεψε ψηλά.
Γιατί δεν έμεινε εκεί.
Στο φτωχό, ταπεινό χώμα,
αυτό που
μας γέννησε.
Γαλήνη-Χορός στο Φως-2010
Έψαξα μέρες, νύχτες, χρόνια
μήπως βρω τη γαλήνη.
Την έψαξα στα μάτια των παιδιών μου,
στο δάκρυ της μάνας,
στην έγνοια του πατέρα,
στα μάτια σου.
Κρεμάστηκα από σας και είπα: «έφτασα πια».
Όμως δεν σκέφτηκα πως μια μέρα
θα σας έπνιγα,
θα φεύγατε μ’ ανακούφιση,
απ’ το ζυγό που σας είχα βάλει.
Μου είπαν κάποιοι να δεχτώ
την απουσία σας…
Να ψάξω να βρω
τον εαυτό μου πρώτα…
Να σταθώ στα πόδια μου…
Ποια μέρα θα ’ρθει η γαλήνη οριστικά;
Μου είπαν: «όταν θα συναντήσεις τον εαυτό σου.
Και τότε θα πρέπει ν’ αντέξεις,
η εικόνα στον καθρέφτη μήπως τσακίσει,
να τον δεχτείς δικός σου είναι.»
Όμως εσείς ίσως να έχετε όλοι φύγει.
Και τότε η δύναμή μου,
σε τι θα μου χρησιμεύει πια;
Αν δεν θα μπορώ να ζητήσω
και να πάρω συγχώρεση;
Από εσάς που μόνο λάτρεψα πιστά;
Οπτασία και Ήχος-Χορός στο Φως-2010
Έψαξα τη φωνή σου
μέσα στο απέραντο της σιωπής μου.
Βρήκα τη μορφή σου
στην ομίχλη της ψυχής μου.
Δεν ξέρω αν ήσουν όνειρο, οπτασία
ή τόσο που το ’θελα να σμίξω μ’ ένα θεό.
Έψαξα τη φωνή σου
στους χτύπους του ρολογιού μου.
Δεν ξέρω τι άκουσα.
Ίσως τον αντίλαλο της σκέψης μου.
Και ίσως να μην ήσουν καν εσύ.
Αφουγκράστηκα…
Φώναξα…
Ίσως ο απόηχος του στεναγμού μου απαντήσει.
Αν έψαξες.
Αν Με έψαξες.
Είμαι.
Κορμιά-Χορός στο Φως-2010
Σε ξύλινο θρονί δυο κορμιά,
Μαθαίνουν, ψηλαφούν, ανιχνεύουν.
Λες πως πονάνε έτσι όπως σμίγουν.
Κοφτές ανάσες και ονόματα,
Χίλιες φορές ειπωμένα,
Καινούρια.
Πώς μοιάζουν τώρα τρυφερά παιδιά
Σαν σε γαλήνιο ύπνο δίχως όνειρα!
Κανείς να μη γελιέται, θα ξυπνήσουν,
Θα θυμηθούν πως πρέπει να ματώσουν.
Πάνω απ’ το σπασμένο κορμί μιας κούκλας
Πάνω απ’ τη στραπατσαρισμένη αξιοπρέπεια
ενός ξύλινου στρατιώτη.
Θα είναι πάλι αγέννητοι, πρωτόγονα αγέννητοι
Σαν ξένοι,
Σαν εχθροί, Δον Κιχώτες.
Θ’ αρκούσε σ’ εκείνο το θρονί να αγκαλιαστούν ξανά.
Να γεννηθούν.
Χοροί-Χορός στο Φως-2010
ΧΟΡΟΙ
Φαντάστηκα το χορό των τσιγγάνων,
με συνεπήρε ο ρυθμός τους.
θάθελα να τον ζωγραφίσω σε χρόνο νεκρό.
Τα χέρια υψωμένα,
τα κορμιά λυμένα,
σε έκσταση προκλητική.
Το χορό των Μουσών,
θάθελα να ζωγραφίσω.
Με δέος στην Ανώτερη Δύναμη,
μ’ αξιοπρέπεια συνάμα,
χωρίς ίχνος δουλικής υποταγής.
Ν’ αγγίξω λίγο,
να νοιώσω λίγο,
ν’ αποκτήσω αυτά που η φύση σε λίγους χαρίζει.
Κι η ιστορία για να χορέψουν τους κρατά
λευκές σελίδες.
Φαντάστηκα το χορό των τσιγγάνων,
με συνεπήρε ο ρυθμός τους.
θάθελα να τον ζωγραφίσω σε χρόνο νεκρό.
Τα χέρια υψωμένα,
τα κορμιά λυμένα,
σε έκσταση προκλητική.
Το χορό των Μουσών,
θάθελα να ζωγραφίσω.
Με δέος στην Ανώτερη Δύναμη,
μ’ αξιοπρέπεια συνάμα,
χωρίς ίχνος δουλικής υποταγής.
Ν’ αγγίξω λίγο,
να νοιώσω λίγο,
ν’ αποκτήσω αυτά που η φύση σε λίγους χαρίζει.
Κι η ιστορία για να χορέψουν τους κρατά
λευκές σελίδες.
Χιόνι-Χορός στο Φως-2010
Νύχτωσε πάλι. Σκοτάδι παχύ, αδιαπέραστο.
Δεν βλέπω την άκρη του ορίζοντα,
δεν διακρίνω φως, ούτε από τη λάμπα
ενός σπιτιού.
Ούτε από τα φώτα ενός αυτοκινήτου.
Πόσο μάλλον εκείνου που θα έφερνε εσένα.
Χιόνισε, πάγωσε η ψυχή μου από την απώλεια.
Μούδιασε το σώμα, δεν το νιώθω.
Κάποια δάκρυα κυλούν συχνά κι ας μην το θέλω.
Γιατί δεν πρέπει να πονάς γι’ αυτά που χάνεις,
να γελάς αξίζει που τουλάχιστον τα έζησες.
Περίμενα πολύ καιρό να ’ρθει η στιγμή
που θα ’χω την ανάσα σου κοντά μου,
στο πρόσωπό μου, στο στόμα μου για να πάρω
την πνοή σου,
μ’ αυτή να ζω.
Περίμενα καιρό να ’ρθείς να μου δείξεις
τον κόσμο με τα μάτια σου,
για να δω.
Περίμενα τα χέρια σου ν’ αγγίξουν τα
δικά μου για να ζεσταθώ.
Ήθελα να αποκοιμηθείς στην αγκαλιά μου,
να σε προσέχω, να σε χαϊδεύω,
να προστατεύω
την ύπαρξή σου απ’ όλες τις συμφορές του κόσμου.
Δεν ήρθες ποτέ κι έμεινα με τα χέρια
απλωμένα, αδειανά, παγωμένα.
Τα μάτια θολά, λυπημένα.
Την καρδιά μου κενή, στραγγισμένη, αδειανή.
Δεν ήρθες ποτέ.
Τι σε κράτησε; Τι σου έκλεισε το δρόμο;
Μπροστά στο παραθύρι, θα φανούν σαν ξημερώσει
ανθρώπινα οχήματα, οι ψυχές.
Καμιά μορφή δε θα ’ναι η δική σου.
Καμιά ψυχή, η ψυχή σου.
Κανένας δρόμος δεν θα λιώσει
απ’ το διάβα της κορμοστασιάς σου.
Κανέναν δεν θα τρομάξει η ρυτίδα ανάμεσα
στα φρύδια σου,
που λάτρεψα όσο τίποτα σε σένα
και δεν πρόλαβα πριν χαθείς,
να προσκυνήσω.
Δεν βλέπω την άκρη του ορίζοντα,
δεν διακρίνω φως, ούτε από τη λάμπα
ενός σπιτιού.
Ούτε από τα φώτα ενός αυτοκινήτου.
Πόσο μάλλον εκείνου που θα έφερνε εσένα.
Χιόνισε, πάγωσε η ψυχή μου από την απώλεια.
Μούδιασε το σώμα, δεν το νιώθω.
Κάποια δάκρυα κυλούν συχνά κι ας μην το θέλω.
Γιατί δεν πρέπει να πονάς γι’ αυτά που χάνεις,
να γελάς αξίζει που τουλάχιστον τα έζησες.
Περίμενα πολύ καιρό να ’ρθει η στιγμή
που θα ’χω την ανάσα σου κοντά μου,
στο πρόσωπό μου, στο στόμα μου για να πάρω
την πνοή σου,
μ’ αυτή να ζω.
Περίμενα καιρό να ’ρθείς να μου δείξεις
τον κόσμο με τα μάτια σου,
για να δω.
Περίμενα τα χέρια σου ν’ αγγίξουν τα
δικά μου για να ζεσταθώ.
Ήθελα να αποκοιμηθείς στην αγκαλιά μου,
να σε προσέχω, να σε χαϊδεύω,
να προστατεύω
την ύπαρξή σου απ’ όλες τις συμφορές του κόσμου.
Δεν ήρθες ποτέ κι έμεινα με τα χέρια
απλωμένα, αδειανά, παγωμένα.
Τα μάτια θολά, λυπημένα.
Την καρδιά μου κενή, στραγγισμένη, αδειανή.
Δεν ήρθες ποτέ.
Τι σε κράτησε; Τι σου έκλεισε το δρόμο;
Μπροστά στο παραθύρι, θα φανούν σαν ξημερώσει
ανθρώπινα οχήματα, οι ψυχές.
Καμιά μορφή δε θα ’ναι η δική σου.
Καμιά ψυχή, η ψυχή σου.
Κανένας δρόμος δεν θα λιώσει
απ’ το διάβα της κορμοστασιάς σου.
Κανέναν δεν θα τρομάξει η ρυτίδα ανάμεσα
στα φρύδια σου,
που λάτρεψα όσο τίποτα σε σένα
και δεν πρόλαβα πριν χαθείς,
να προσκυνήσω.
Ενόραση-Χορός στο Φως-2010
Μέσα στο ψέμα
την αγάπη σου βρήκα
θαμπώθηκα την πίστεψα
κι αφέθηκα.
Κι όταν το ψέμα το δικό σου
ενοράστηκα,
πάλι το άφησα
σαν ρέμα να κυλάει στο μυαλό μου.
Το ’βλεπα, το ’νιωθα,
μα ήταν αργά.
Στη δίνη του με είχε παρασύρει,
αυτή η ανάγκη, η αρχέγονη
για αγάπη.
Αγκάθι στην καρδιά, η αδικία σου.
Μα τι περίμενα;
Αυτή ήταν η μόνη σου αλήθεια,
τόσο ανθεκτική όσο το ψέμα σου: η συνήθεια.
την αγάπη σου βρήκα
θαμπώθηκα την πίστεψα
κι αφέθηκα.
Κι όταν το ψέμα το δικό σου
ενοράστηκα,
πάλι το άφησα
σαν ρέμα να κυλάει στο μυαλό μου.
Το ’βλεπα, το ’νιωθα,
μα ήταν αργά.
Στη δίνη του με είχε παρασύρει,
αυτή η ανάγκη, η αρχέγονη
για αγάπη.
Αγκάθι στην καρδιά, η αδικία σου.
Μα τι περίμενα;
Αυτή ήταν η μόνη σου αλήθεια,
τόσο ανθεκτική όσο το ψέμα σου: η συνήθεια.
Άρνηση-Χορός στο Φως-2010
Τι θα κάνω με σένα;
Τι θα κάνω με μένα;
Τι να πω στα κλαμένα τα μάτια μου αύριο;
Πού για χρόνια θα ψάχνω να βρω το κουράγιο,
να γυρίσω να δω μες στο χτες!
Πώς θα πω τη ζωή πως ξεγέλασα;
Πού θα σβήσω τα ρίγη που ένιωσα,
να τα κρύψω να μείνουν στο χτες;
Να σκεφτείς πως το μόνο που ζήτησα,
η ψυχή, το κορμί πως λαχτάρησε,
να γυρίσει – να ζήσει στο σήμερα
όλα αυτά που μ’ αρνήθηκες χθες.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












