Δεν χρειάστηκε να σε ντύσω με περίτεχνα στολίδια, ούτε να βρω εκείνες τις λέξεις που θα σε έκαναν να ξαφνιαστείς.
Ήταν αρκετό, να ορίσω το περίγραμμά σου.. να φυλακίσω στα μάτια την ζωοδότρα πνοή του ανέμου.. να τραγουδήσω την εσπερινή σου αύρα στις όχθες του εφήμερου..
Ήταν αρκετό, να πλανέψω τη μέρα με νότες που ιερουργούν στα σώματα. Ήταν αρκετό, να ορθώσω ανάστημα αγάπης ολοφάνερης.
Ήταν αρκετό, να σφαλίσω στα χέρια μου τα χέρια σου, για να δω που κατοικεί η ζωή και το έρεβος.
Φρόντισες σήμερα να λείπεις
και φοβάμαι πως για πάντα λείπεις.
Κι αν φορούσε η μέρα φτερούγες του χειμώνα,
λίγο θα προσομοίαζε με το σκοτάδι
στη στενή άκρη του πλανήτη που μου αναλογεί.
Τρομάζω όταν λείπεις.
Και τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο.
Η Δευτέρα είναι σαν κάθε Δευτέρα, είτε χειμώνας, είτε άνοιξη.
Φρόντισε να μην λείψεις ποτέ ξανά Δευτέρα.
Τόχω σε κακό,
να μην μπορώ να ταξιδέψω
για ένα δευτερόλεπτο αιωνιότητας στο γαλάζιο των ματιών σου.
Κι ύστερα, για σκέψου, δεν έχει νόημα αν μιλώ ή σωπαίνω,
αν τραγουδώ ή τραυλίζω,
αν χαμογελώ ή θλίβομαι.
Πόσο μεγάλη η αλήθεια που πάει και κρύβεται,
-αν είναι δυνατόν!- στο φύσημα του αγέρα,
πριν καλονυχτώσει η ρολογιά.
Ο ήλιος, αδιαμαρτύρητα, όπως κάθε αυγή,
θα κάνει την ίδια διαδρομή: μάτια, χαμόγελο, μάτια
Ο ενδιάμεσος χρόνος,
που η ρολογιά σταματά να ονειρευτεί
πως ανεβαίνοντας στους ουρανούς
θα συναντήσει το άλλο της μισό,
είναι η ώρα που λέω:
θα σ΄αγαπάω απλά κι απέραντα!
Κάπως έτσι ξημερώνει ,
αναζητώντας τον χαμένο στίχο.
Λειψό το ποίημα....
Πάλι μονοσάνδαλο περιπλανήθηκε.
Ίσως αύριο πιστέψεις..
Μα..
να μην αγγίξεις τον κρυστάλλινο σταυρό
στις όχθες του εφήμερου..
Οι δρόμοι θα αλλάξουν μονομιάς,
στα μάτια των ανθρώπων ανασ(τ)αίνοντας..
Μοιράσου την προσευχή μου.
Σαν εραστές που πρωτοαντικρίζονται ξαφνιασμένοι.
Σαν έτοιμοι
απ΄την Αρχή έως τη Συντέλεια του Χρόνου
"Θα είσαι εσύ,
θα είμαι εγώ,
θα διαφεντεύουμε τον κόσμο..
Θα τον γκρεμίζουμε ενίοτε κατά το κέφι ή τη βολή μας..
Θα τον χαϊδεύουμε μετά..
Γνωστά μας είναι τα λόγια της παρηγοριάς ..
Θα πάω πιο πέρα τη ζωή..
Ένα γιασεμί θα καρτερά πάντα την Αλήθεια του.
Θα περιμένω να του χαριστείς..
Κι ύστερα,
θα σ΄αγαπήσω ξανά απ΄την αρχή."ΜΠ
"Μια γυναίκα του καιρού μας, η Μίνα Παπανικολάου,αγωνίζεται με όλες της τις δυνάμεις για να αξιοποιήσει στο έπακρο τις δυνατότητές της και το ταλέντο της, με σκοπό να πραγματοποιήσει τα ωραία όνειρά της...(..)...Η ποίηση είναι το καταφύγιο, το ξέσπασμα , η παρηγοριά για τα αρνητικά της ζωής, η εξομολόγηση. Μια ποίηση υπαρξιακού και κοινωνικού στοχασμού που συνεχώς ωριμάζει"
κριτική ΝΕΑ ΑΡΙΑΔΝΗ
Ανθολογία Ποίησης-Διηγήματος Ζ΄Τόμος Σύγχρονοι Έλληνες Λογοτέχνες Πολιτιστική Συνεργασία 2011 σελ:374
Αναίρεσαν όλα τα «πώς;»..τα «γιατί;»..τα «έλα».. Αναπάντητα-Ασυμβίβαστα «Εγώ» Σκορπίζουν ορφάνια στους όρκους που -μαζί -έδιναν σκορπίζουν ορφάνια στα κοχύλια, που -σε βίους παράλληλους- χάραζαν Με τα ονόματά τους ανεξίτηλα.. Έτσι έλεγαν. Μάρτυς τους η θάλασσα... Η άμμος που διατήρησε τους πύργους τους ανέπαφους Το ταξίδι τους δεν άρχισε ποτέ. Τώρα τα κύματα μιλούν για αναμνήσεις ανέκφραστων στεναγμών που μοιράστηκαν τον ίδιο Παράδεισο. Μια ήταν η αλήθεια πίσω από τα ραγισμένα τους «γιατί».. Την ξέρουν τα κύματα.. Οι θάλασσες την ψιθυρίζουν στις ακτές.. Κι εκείνοι κρατούν φυλαχτά ανάμνησης λησμονιάς.. Διαχωρισμών.. Απατηλής γαλήνης.. Αρνούμενοι την αλήθεια πως.. Χωριστά δεν ζουν οι Ψυχές που μοιράστηκαν τον ίδιο Παράδεισο. που αντάμωσαν το δάκρυ τους με την ίδια λατρεία , που αντάμωναν την άβυσσό τους, σε μιας Γαλήνης την Ψευδαίσθηση.
Σε χορό αγαπητικό
μιας νύχτας ανέφελης, να είσαι,προσκυνητής .
Να σταθείς στη φωτιά,
σαν Θεός που γνωρίζει τον προορισμό του, σαν θνητός που ορίζει τη μοίρα του.
Κι είναι ίδια -στο τέλος κάθε άνασσας νύχτας-
μια ψυχή,
μια ζωή,
που δεν πλάνεψε παρά μόνο την ομοίωσή της
στον ουράνιο καθρέφτη του σύμπαντος..
Νάσαι θάλασσα ταγμένη στις δίνες
νάσαι αετός αφορισμένος από κάθε κορφή
(μα εσύ να πετάς, να θυμώνεις τα σύννεφα, να ανασταίνεις τους ήλιους)
νάσαι ζέφυρος που χαϊδεύει τις αποκαμωμένες άγκυρες
νάσαι κύμα που γλυκά προκαλεί τα ανάγλυφα της χροιάς μου βήματα
νάσαι μάτια αλύπητα
στης αλήθειας τη γυμνή άφεση.
Νάσαι χέρια που αλλάζουν τις ρότες θλιμένων πλεύσεων.
Να μεθάς, να μεθώ απροκάλυπτα, σ΄ένα αργό του έρωτα χορό.
Δεν χρειάστηκε να σε ντύσω με περίτεχνα στολίδια,
ούτε να βρω εκείνες τις λέξεις που θα σε έκαναν να ξαφνιαστείς.
Ήταν αρκετό,
να ορίσω το περίγραμμά σου..
να φυλακίσω στα μάτια την ζωοδότρα πνοή του ανέμου..
να τραγουδήσω την εσπερινή σου αύρα στις όχθες του εφήμερου..
Ήταν αρκετό,
να πλανέψω τη μέρα με νότες που ιερουργούν στα σώματα.
Ήταν αρκετό,
να ορθώσω ανάστημα αγάπης ολοφάνερης.
Ήταν αρκετό,
να σφαλίσω στα χέρια μου τα χέρια σου,
για να δω που κατοικεί η ζωή και το έρεβος.
Έφευγες, έφευγες και σου φώναζα μείνε.
Δεν είναι ζωή αυτή που ζούμε.
Μας κρύβουν τα όνειρα μέσα σε κάλπικα χρυσόκουτα
και δωροεπιταγές.
Μείνε
ν΄ανταμώσει η αλήθεια και το πέλαγος σε μια ακτή
με τα ονόματά μας στέρεα γραμμένα.
Κι αν φύγαμε για λίγο απ΄το στόχο μας
είναι που κάποιες ανίατες δόσεις θλίψεων
τριγυρνούν εδώ γύρω
κι ακούν την ηχώ των φιλιών μας.
Μείνε,
η ζωή μας χρωστά μία Άνοιξη κατάδική μας
άσπιλη, νιογέννητη, ηλιοαναθρεμένη.
Κι εμείς, που καλά γνωρίσαμε την σκοτεινή όψη της πανσελήνου,
καρδιά μου,
εμείς μόνο μπορούμε να αποικήσουμε αυτοδικαίως το Φως.
Κάπως έτσι, γράψαμε ιστορία.
Μέσα από αριθμούς,
τηλεφωνικών συρμάτων και οπτικών ινών.
Κάπως έτσι μας έγραψε η ιστορία.
Άυλους Τίτλους μας ονόμασε..
Στο Χρηματιστήριο Αξιών της,
εύκολα μπόρεσε να μας εξαϋλώσει.
Δώσαμε τα χέρια,
σε μια συνθηκολόγηση άνευ προηγουμένου.
Δώσαμε γη και ύδωρ.
Και τώρα μας έμεινε μια γη που δεν μας ανήκει
και ένας ωκεανός νερού μολυσμένος
Κογιονάρατε την Ουτοπία...
Τώρα ψάχνεται στα τυφλά να βρείτε τη χώρα αυτή, τη μαγική.
Για ένα όνειρο δανεικό, ούτε καν δικό σας,
ξεπουλιέστε στο Γιουσουρούμ της κάθε πλατείας.
Κι εγώ μαζί σας.
Γιατί ήμουν πάντα εκεί,
πολύ πριν μετρηθούν τα πλακάκια που λείπουν.
Θυμάμαι, σας θυμάμαι έναν έναν. Πώς όχι; Λείπατε..
Κι ήταν η απουσία σας τόσο ηχηρή...
Τώρα χτυπάτε νταούλια και υψώνετε σημαίες επανάστασης.
Στο Χρηματιστήριο των Αξιών σας δεν είμασταν Αύλοι Τίτλοι,
ούτε παράσημα για να τα κρεμάσετε στο πέτο σας.
Σας φώναζα..."Χείμαρος οι όμοιοί μου. Δείτε μας. Ανθίσαμε."