Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΣΠΕΡΙΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΣΠΕΡΙΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Αυγούστου 2018

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ Ν.Π. ΚΑΡΥΔΗ ΣΤΗ ΛΕΥΚΑΔΑ (ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2018) της ΜΙΝΑΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ



Η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ Ν.Π. ΚΑΡΥΔΗ ΣΤΗ ΛΕΥΚΑΔΑ (ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2018)
της  ΜΙΝΑΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
Κι ύστερα μου μιλάς για καλοκαίρια
Κι ύστερα για μια Άνοιξη μιλάς…
Πώς να στολίσω τα νερά; (Τραγούδι του ΝΕΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ)
[..] 
Πώς να μιλήσω για τον Νίκο Καρύδη, τον συνδημιουργό μου, τον συνομιλητή μου, τον Ποιητή;
Η απόδοση τιμής ως προς τη μνήμη του δεν είναι δυνατόν να με αφορά διότι τον «γνώρισα» εν ζωή καθώς ο λόγος του ήταν και είναι ζωντανός. Δεν θα έγραφα εάν δεν υπήρχε. Όταν πρωτοδιάβασα στο ψυχρό κατά λοιπά διαδίκτυο ένα ποίημά του, τον αναζήτησα ζώντα. Δεν μπορούσα να πιστέψω πως το ποίημά του είχε γραφτεί 40 χρόνια πριν. Αυτό αποδεικνύει τη διαχρονικότητα του μεστού λόγου, του καλοζυγισμένου από τεχνικής άποψης πονήματος, το σεβασμό στην ελληνική γλώσσα, την κατάρτισή του. Διότι τίποτα κενό δεν παραμένει ζωντανό, παρά εξαϋλώνεται.


Ο Νίκος Καρύδης ενδοσκοπεί μονίμως , καταβυθίζεται ενσυνείδητα όχι στα νοήματα των λέξεων (αυτά τα κατέχει λόγω ιδιότητας και φυσικής ροπής), αλλά στην απάντηση κάθε υπαρξιακού ερωτήματος που ταλανίζει τον άνθρωπο. Γοητεύεται από τη διαδικασία αυτή καθώς ανακαλύπτει τον έσω εαυτό, αναγνωρίζοντας τις δυνατότητες και θέτοντας τελικά τα όρια του βίου του.
«Τίποτα άλλο δεν έπραξα
από το να σκέφτομαι την ουσία μου
[..]
«Πορεύομαι προς την Ιθάκη
Όμως δεν είμαι ο Οδυσσέας.
Αδιάφορο αν θα φτάσω εκεί.
Θα περάσει καιρός πολύς για να πω:
Τον δρόμον τετέλευκα*» Ν.Κ. (1971)
Δεν βιάζεται κατά την εναγώνια αυτή πορεία. Μελετά, αναζητά, στροβιλίζεται σε δίνες, ρισκάρει προκαλώντας το «θάνατο εκ του έρωτος». 
«Θάνατος η μαχαιριά του ματιού μου
στην ακινησία του Αυγούστου» Ν.Κ. (1976)
ή
«Την αγάπη μου λέει τη βρήκαν περιττή
Και τη σκότωσαν στην άκρη του ματιού μου» Ν.Κ. (1976)

Η συντριβή του λοιπόν δεδομένη, από έρωτα. Η συντριβή τους προδιαγεγραμμένη καθώς ο συμβιβασμός και η φυσική συστολή απέτρεψε την κραταιά τελική νίκη εκείνη που αγιάζει και ιερουργεί στα σώματα.
 Ο ποιητής, δεν ξεφεύγει από την θεματολογία που όλοι όσοι κι όσες συγγράφουν, περιστρέφονται. Πατρίδα, φιλία, τόπος, έρωτας, θάνατος..
Το 1971, έτος σταθμός στη γραφή του, τον στρέφει από τον έμμετρο  λόγο στον ελεύθερο στίχο, 47 χρόνια πριν!!! Στις αρχές του 1971, προκαλώντας την τύχη του, θεωρεί τα πάντα ανούσια, ανιαρά. Ανησυχεί μήπως χαθεί στα απαίσια, όπως λέει. Ψάχνει εναγωνίως την ουσία της ζωής.. Δεν είναι εδώ ή εκεί, λέει.. «Κάπου αλλού έχει αφήσει τον εαυτό του. Σε μια αποσύνθεση που δεν θυμάται πότε άρχισε!! 
Δεν είμαι σε απαλά αρπίσματα
 της μελίφθογγης κιθάρας εγώ.
Ούτε στο συσπασμένο πρόσωπο
που ο ήχος παραλλάζει
αναγκάζοντάς το να τραγουδήσει..

Δεν είμαι εγώ στον καθρέφτη μπροστά
Με το προσποιητό χαμόγελο..
Ούτε στο γέλιο που βγαίνει μόνο
από χείλη δυσκολογέλαστα..

Δεν είμαι εκεί
αλλού κάπου έχω αφήσει τον εαυτό μου.
Ίσως σε ένα όνειρο εφηβείας
ανεκπλήρωτο..


Ίσως σε κάποια αποσύνθεση
 που δεν θυμάμαι πότε άρχισε... Ν. Κ. (1971)


Και αναμένει το ΝΟΗΜΑ!
 Το νόημα έρχεται μήνες αργότερα όταν ο ποιητής ελευθερώνεται ξαφνικά. Η πένα ως προέκταση της ψυχής του, ρέει, συνεχώς ρέει συναισθήματα, εικόνες, δάκρυα που δεν κύλησαν στο πρόσωπο, τινάζει τη σκόνη της ψυχής κι αφήνεται, στα χέρια της Μοίρας που προκάλεσε. Κι εκείνη άκουσε, τον άκουσε. Η γραφή του μετατρέπεται σε ύμνο κάποιας θαυμάσιας τελετουργίας! 

«Προσπαθώ να γράψω κάτι.
Να αρχίσω απ΄ τα  μάτια σου;
Με τυφλώνουν
Απ΄τη σκέψη σου;
Με ζαλίζει
Απ΄τον πόνο σου;
Με πληγώνει
Όλα έρχονται και φεύγουν
Όλα συνταιριάζουν και αναλύονται
Και στο τέλος δε γράφω.
Γιατί δεν μ΄ αφήνεις να γράψω;» ΝΚ (1971)
Όταν η πραγματικότητα τον ξεπερνά, θαλερά αποκρίνεται στον ίδιο του τον εαυτό και παραδέχεται την υπέροχη ήττα του:
«Νιώθω λυγμός που ποτέ δεν ξέσπασε!»

Μη, φτάνει πια, δεν τα μπορώ άλλο
Τα μάτια σου, να ερευνούν την μελαγχολία μου
Να μπήγονται μαχαίρια στης ψυχής μου τη σκέψη
Να με σκιάζουν με τη θανατερή τους γυαλάδα
Μη, κάρφωσέ τα στο άπειρο, φώτισε τα σκότη
Ανάστησε τους βρικόλακες της άρνησης
Ζέστανε τα νεκρά αστέρια
Κυλίσου, απλώσου, αγκάλιασε τον άπειρο κόσμο
Γίνε πνεύμα, λάμψη, θάμπος, μέγα αστέρι
Εκεί θα συναντηθεί η ατονία μου με τη λάμψη σου...



Εκεί, στο επέκεινα συναντηθήκαμε λοιπόν. Στην άκρη των καιρών, στις ρωγμές του συμπαντικού χρόνου, χωρίς ονόματα, μορφή, ύλη. Εκεί όπου κανείς και τίποτε δεν θα μπορέσει ποτέ να συνυπάρξει δίχως αμοιβαία συναίνεση. Διότι ο παράξενος άνθρωπος Νίκος Καρύδης, μπορεί να κατοικεί στις αιώνιες φλέβες εκλεκτικών συγγενειών.
Αναζητήστε τον στη γραφή του. Είναι καταδεκτικός, απλός, λιτός, γήινος και ουράνιος. Θα σας δεχθεί χαμογελώντας ανοιχτόκαρδα και κοιτώντας σας ευθέως στο βάθος των ματιών σας.
Αιωνία σου η ανάμνηση!!
ΜΙΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
ΛΕΥΚΑΔΑ 3 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2018
..................................................... 


Επιπλέον σύνδεσμοι: http://www.tanea.gr/2018/03/28/lifearts/kykloforise-to-biblio-toy-aeimnistoy-kathigiti-nikoy-karydi/

http://kalws-epoihsan.blogspot.com/2011/06/blog-post_8939.html





Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

«Η συνάντηση με τον Ν.Π.Καρύδη»




 του Βασίλη Ι. Παπαμιχαλόπουλου

Η ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΎΡΩΝ  2/12/2012
         
          Αγαπητοί συμμαθητές, φίλοι και φίλες, σας καλωσορίζω κι εγώ με τη σειρά μου και σας ευχαριστώ για την παρουσία σας στην βραδιά μνήμης ενός αξιόλογου καθηγητή μας φιλόλογου και ποιητή του Νίκου Καρύδη ο οποίος σε πάρα πολλούς από εμάς άφησε πράγματα πολύτιμα στο μυαλό και στην καρδιά μας και ο οποίος δυστυχώς έφυγε τόσο νωρίς από τη ζωή. 
Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος
 Κατά πρώτον θα ήθελα να συγχαρώ τη Μίνα Παπανικολάου για το έργο της και να την ευχαριστήσω από καρδιάς γιατί με την Εσπερινή συνάντηση της με τα ποιήματα του Νίκου Καρύδη τον εμφανίζει ξανά ανάμεσά μας αναδεικνύοντας μάλιστα ένα μέρος του έργου του το οποίο ολόκληρο έμενε παραχωμένο στα συρτάρια και με την κίνηση αυτή ξεκίνησε το άλλο ταξίδι του Νίκου Καρύδη στο χρόνο.
          Κατά δεύτερον θα ήθελα να την ευχαριστήσω γιατί εκείνη η συνάντηση η δική της έγινε αφορμή να γίνει και μια ακόμα δική μου συνάντηση καθώς ο δρόμος της θύμησης με βυθίζει στο δικό μου παρελθόντα χρόνο, και διαδρομώντας τη συνάντησή μου με το Νίκο Καρύδη να στάξουν για μια ακόμα φορά, εικόνες, μνήμες και ευγνωμοσύνη.

Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος,Σοφία Στρέζου, Σοφία Μπαρδάνη,Μίνα Παπανικολάου, Πάνος Σταθόγιαννης
         
 θα ήθελα να σας πω, πως απόψε, ενώπιό σας, δεν θα μπορούσα να παραθέσω μόνο σχήματα λόγου, όμορφα επαινετικά λόγια για τον πιο αγαπημένο άνθρωπο της ζωής μου, αλλά να ιστορίσω και την ουσία του βίου. Για το λόγο αυτό λοιπόν θα ήθελα ν’ ακουστεί αυτή η συνάντηση μας μέσα στο χρόνο σαν παραμύθι. Όπως ακριβώς σαν παραμύθι στήνεται και η ζωή.  Είναι σίγουρο δε, πως αυτά τα δυο έχουν ένα σημαντικό κοινό σημείο. Όπως στο παραμύθι αν λείψει έστω και ένας από τους ήρωες αλλάζουνε τα πάντα, έτσι και στη ζωή μας οι άνθρωποι που μας καθορίζουν, από τους οποίους περνάμε μέσα τους και εκτρεπόμαστε σα να είναι ζωντανά πρίσματα, αν έλλειπε έστω και ένας από αυτούς, τότε σίγουρα η πορεία της ζωής μας θα ήταν εντελώς μια άλλη.
Σαν παραμύθι λοιπόν ας ξεκινήσει, κάποτε, πριν πολλά-πολλά χρόνια, η συνάντηση του μαθητή με τον Καθηγητή-Φιλόλογο  Νίκο Καρύδη.
Καλοκαίρι του 1971, μεσούσης της δικτατορίας, ένα παιδί μαθητής τότε της 1ης προς 2α  Γυμνασίου, ακολουθώντας μαζί με την μητέρα του, την αδερφή του και τον παππού του το δεύτερο κύμα της μετανάστευσης  (το πρώτο έγινε στις αρχές της δεκαετίας του 60 προς το εξωτερικό) αφήνει τις θλιβερές και λασπωμένες επαρχίες για να έρθει στην Αθήνα και να εγκατασταθεί στους Αγίους Αναργύρους. Εκείνο που τον προκαλούσε ως όνειρο μέσα του ήταν το μυστήριο μια άλλης, άγνωστης ζωής που υποσχόταν η πόλη και μια δική του ανομολόγητη επιθυμία. Να μπορέσει να διερευνήσει κάποιες από τις σκέψεις και τις απορίες που γεννούσε συνεχώς το μυαλό του γύρω από ιδέες και προβληματισμούς για τον άνθρωπο και τη ζωή, πιστεύοντας πως εκεί στη μεγάλη πόλη θα μπορούσε να ψάξει και να βρει απαντήσεις. Γιατί κάπως αόριστα είχε πληροφορηθεί πως κάπου υπήρχαν απαγορευμένα για τότε βιβλία αλλά πολύ καλά κρυμμένα που έγραφαν για σκέψεις και φιλοσοφίες, για ιδέες και ψηλές κορυφές που είχε φτάσει ο ανθρώπινος νους.
Το καλοκαίρι εκείνου του χρόνου ο φιλόλογος Νίκος Καρύδης, μετά από μια 7χρονη παραμονή σε κάποιο Γυμνάσιο της Καστοριάς μετακόμιζε προς τα Νότια. Την πρωτεύουσα, με διορισμό το 6τάξιο Γυμνάσιο Αρρένων των Αγίων Αναργύρων. Πώς να ένοιωθε άραγε τότε αυτός; Με ποιες σκέψεις να τραβούσε τη ρότα της ζωής του; 

ΘΑ ΒΥΘΙΣΘΩ  έγραφε τον συγκεκριμένο Ιούνιο του 1971.

Θα βυθισθώ εντός μου
να ενδοσκοπήσω εμαυτόν
απερίσπαστος από ερεθίσματα
εξωτερικά και πρόσκαιρα
κι ας λένε ότι μεροληπτεί
ο εξ ιδίων κρίνων.

ο ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΥΔΗΣ


Τον πρώτο καιρό, εκτός από την συνάντηση, την ταυτόχρονη παρουσία σε τόπο και σε χρόνο του μαθητή και του δασκάλου και την κρυφή επιθυμία του πρώτου να ρουφήξει γνώσεις και ιδέες και του δεύτερου να δώσει εαυτόν τίποτα άλλο δεν μαρτυρούσε την εξέλιξη αυτής της σχέσης στην πορεία των επόμενων πέντε ετών. Ακόμα και το εργαστήρι της ψυχής του ποιητή δασκάλου παρέμενε απρόσιτο κι ανέγγιχτο από ανθρώπου μάτι, στάση που κράτησε με επιμονή μέχρι το τέλος της ζωής του. Το όχι του σαν άνθρωπος ήταν πλήρως οριοθετημένο έτσι όπως το κατέθετε σε στίχους ακριβώς εκείνη την χρονιά του 71.

ΟΧΙ
Όχι, μην αυτομολήσεις ποτέ
στ’ αντίπαλο στρατόπεδο
των γελοίων συμβιβασμών.
Όχι μη φορέσεις ποτέ τις μάσκες
τ’ αρώματα τα πρόστυχα
των ευγενικών συναθροίσεων.
Μη γίνεις τρέσσας
κράτα γερά το πόστο σου.
Κάλλιο βαθειά κι αντρίκια
να σαι ένας ευτυχισμένος ναυαγός.

Το τριώροφο κτίριο του σχολείου, ο τόπος συνάντησης, άψυχο και άχαρο με την πρώτη ματιά, δε πρόδιδε επ’ ουδενί κάτι από κείνο που θα στοίχειωνε μέσα του στο μέλλον.
Τα μαθήματα που ανέλαβε ο καθηγητής στην συγκεκριμένη τάξη της 2ας Γυμνασίου ήταν αρκετά. Σχεδόν όλα τα φιλολογικά. Η επαφή και η συνάντηση των δυο, άμεση και καθημερινή. Ο μαθητής, επαρχιώτης ακόμα, συνεσταλμένος, ντροπαλός, χαμένος στα μεγάλα πλήθη, στα μεγάλα μεγέθη της πόλης έστεκε πάντα σοβαρός και σιωπηλός απέναντι στα μάτια του δασκάλου που έμοιαζε πότε-πότε εκτός από παρουσίες να μετρά και ψυχές.
Νέος ο καθηγητής, 30 χρονών, γοητευτικός στην όψη, ψύχραιμος και αφοπλιστικός ξεδίπλωνε με μαεστρία την προσέγγισή του σε κάθε μάθημα, σε κάθε θέμα, απέναντι σε μια ανήσυχη και πολλές φορές σκληρή εφηβεία που δεν λογάριαζε μπροστά στην ορμή της να χαίρεται το τίποτα και να κάνει χαβαλέ ισοπεδώνοντας κάθε πρότυπο.
Κανείς όμως, όταν ήταν παρών ο Καρύδης, δεν μπορούσε να προσπελάσει την προσωπικότητά αυτού του ανθρώπου και να επιβάλλει τους όρους του. Κανείς δεν μπορούσε να χαριεντιστεί παρά μόνο αν είχε εκείνη την εξυπνάδα και το ταλέντο που τον κέρδιζε με την μία. Στην αρχή, χαμογελούσε, ύστερα ανταπέδιδε με χιούμορ στην ατάκα και πολλές φορές ενθυμούμενος διηγιόταν αστείες ιστορήσεις καταστάσεων και γεγονότων κυρίως με μαθητές που είχε ζήσει.
Η παρουσία του πολλές φορές γινόταν και μυστήρια όταν με την περπατησιά της σκέψης του από στίχο σε στίχο περνούσε στην γενίκευση της ιδέας και από κει σε άλλους στίχους παίρνοντας μια παράξενη έκφραση στο πρόσωπο, αλλάζοντας χρώμα η φωνή του, φτάνοντας σε μια μέθεξη, σε ένα ύψος, σε έναν άλλο τόπο που δεν γινόταν εσύ να μείνεις μακριά του. Η μνήμη του ήταν φανταστική. Μια κινητή εγκυκλοπαίδεια ποίησης, λογοτεχνίας, φιλοσοφίας. Θυμόταν κάθε ιστορικό γεγονός κάθε μάχη.. Όπως έλεγε ο ίδιος περίπου 5000 ημερομηνίες γεγονότων και μαχών.
Και να που σε κείνη τη μέθεξη ο μαθητής έβρισκε μια κρυφή σκάλα και το μυαλό γινόταν κι αυτό μια σκάλα και η σκάλα σιγά-σιγά άρχισε να μοιάζει εκείνου, που όσο την ανέβαινε δεν εύρισκε μόνο τους άλλους κόσμους αλλά και ταυτόχρονα απάλυνε μέσα του το δικό του κόσμο, τις άλλες αγωνίες της καθημερινότητας και της αντίξοης ζωής του.
Έκθεση ιδεών. «Δε θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα, μα θέλω όσο είναι ν’ ανεβώ να ανεβώ. (Δροσίνης)»
Έτσι πέταγε το αγκίστρι, έτσι έπιανε το μίτο ο δάσκαλος, για να ξετυλίξει τις ιδέες του, τον προβληματισμό του, την παιδαγωγική του καθοδήγηση, σε μια εποχή που ο ευτελισμός, η υποτέλεια, ο φόβος, το κενό, ο παπαγαλισμός, διακηρύχνονταν ως οδηγοί πλεύσης ζωής.  Και ο μαθητής εκτός των άλλων αντλούσε και εκείνη τη δύναμη, εκείνες τις απαντήσεις για να αντιδράσει στη μοίρα του, στην τάξη του, απέναντι στη σφύρα και τον άκμονα του «δεν έχεις δεν μπορείς».

Μη φοβηθείς αδύναμε άνθρωπε
τις συμφορές μες τη ζωή σου.
Μπόρες,  στοιχειά κι  αν σε χτυπήσουν
το αίμα όλο αν σου ρουφήξουν
μη φοβηθείς, μη φοβηθείς.

(έγραφε στα κρυφούς του στίχους ο Καρύδης. Κι όμως μυστηριακά μέσα από τη στάση του διοχετεύονταν σα σπόρος στις ψυχή του μαθητή. )



Ο Καρύδης ακόμα έδινε και μια άλλη διάσταση στη διδακτική του. Κάτι που ο μαθητής θα το σχηματοποιούσε στο μυαλό του πολλά χρόνια μετά. «Ο δάσκαλος ποτέ δεν διδάσκει την ιδεολογία του, αλλά διδάσκει πάντα με την ιδεολογία του.» Και η δική του ήταν πάντοτε ανθρωποκεντρική, βαθιά στοχαστική σε βαθμό που η εγγενής εσωτερική του μελαγχολία πολλές φορές διογκωνόταν από τη θλίψη του για όλα τα συμβαίνοντα με κέντρο την κοινωνική αδικία. Στις στιγμές αυτές του λόγου του, σκοτείνιαζαν μάτια και πρόσωπο, ρυτίδωνε το μέτωπό του. Για κανέναν λόγο όμως δεν συνιστούσε, δεν υποδείκνυε την ηττοπάθεια, την παραίτηση, την απόσυρση από τις Θερμοπύλες. Τασσόταν εκεί, αλλά πάντοτε θλιβόταν για τους τόσους Μήδους για τον γλοιώδη εφιάλτη, βίωνε μια εσωτερική μοναξιά.

ο ΑΡΝΗΤΙΣΜΟΣ έγραφε στα κρυφά του τετράδια:

Ο αρνητισμός προς το περιβάλλον
δεν είναι πάντα δείγμα
αναχωρήσεων απ΄ τη ζωή..
Πολλές φορές είναι τεκμήριο
στάσεως  θαρραλέας
έναντι  της συνθήκης με το ψεύδος
Ή τουλάχιστον είναι
το πρώτο σήμα κινδύνου
που εκπέμπει κάποια αίσθηση
στη θάλασσα των εκπλήξεων
γι αυτούς που κινδυνεύουν..

Μαζί του το παιδί μάθαινε αξίες, ιδέες και στίχους. Άπειρα ποιήματα, ονόματα ποιητών, βούιζαν μέσα του με τη δική του φωνή. Ένα μικρό βιβλίο τσέπης η «Ποιητική ανθολογία του Παπύρου» που κυκλοφορούσε τότε, έγινε το βραδινό του συναξάρι όπου οι εικόνες οι λέξεις οι στοχασμοί των ποιητών επαναλαμβάνονταν με την ίδια γλυκύτητας στην ψυχή όπως ακριβώς τα απήγγειλε κι ο ίδιος ο δάσκαλος.
Και σιγά-σιγά εκείνα τα βράδια, κάπως κρυφά, ο μαθητής άρχισε τα δικά του σχεδιάσματα. Ξεκίνησε να γεμίζει τις δικές του σελίδες που έσταζαν από αγωνίες, άνοιγαν μυστικά περάσματα, να χορτάσει τουλάχιστον η ψυχή, να καταχωρηθεί το όνειρο, η αγάπη. Ώσπου μια μέρα, το μικρό αυτό τετραδιάκι το πρόδωσε ο συγκάτοικος του θρανίου και έφτασε τσαλακωμένο από το τράβηγμα του ενός και του άλλου στα χέρια του δασκάλου.
Ο Καρύδης το πήρε στα χέρια του και το φυλλομετρούσε. Ο μαθητής κατακόκκινος, παράξενα ντροπιασμένος περίμενε χωρίς να ξέρει τι. Στην αρχή ο καθηγητής, το διάβαζε σκεπτικός και αμίλητος. Κάποια στιγμή σήκωσε τα μάτια του,  έκανε μια διφορούμενη γκριμάτσα, πήρε μια βαθιά ανάσα και επιτέλους άνοιξε το στόμα του. Πολύ ωραία ποιήματα είπε απότομα και άρχισε να απαγγέλει από το τετραδιάκι. Έπειτα το έκλεισε το σήκωσε ψηλά και είπε στρεφόμενος στον μαθητή: Αυτά μπορούν και να εκδοθούν. Το έχεις σκεφτεί καθόλου;
Τι να έχει σκεφτεί ο μαθητής; Πως θα μπορούσε να είχε κάνει μια τέτοια παράτολμη σκέψη ποτέ;
Μια από τις επόμενες ημέρες σε κάποιο διάλειμμα και ενώ ο καθηγητής είχε ακουμπισμένη την πλάτη στα κάγκελα του πάνω ορόφου και κάπνιζε αναζήτησε το μαθητή και τον φώναξε με το μικρό του όνομα.
Αξίζει να ειπωθεί πως η απλή αυτή λέξη του ονόματος δόνησε μέσα του το ποιο παράξενο συναίσθημα. Άγνωστο μα όχι ξεχασμένο μέχρι σήμερα. Ο μαθητής στάθηκε και τον κοίταξε. Θα σου δώσω μια διεύθυνση ενός τυπογράφου να πας να τα κανονίσεις του είπε. Αυτά τα ποιήματα πρέπει να εκδοθούν.

  

Οι επόμενες μέρες είχαν κάτι το μυστηριακό. Ο τίτλος στο εξώφυλλο, που ήταν του Καρύδη… ο πρόλογός του που κοσμούσε την πρώτη σελίδα,  και η όλη φαντασίωση των τυπωμένων ποιημάτων, έκαναν άπειρες φορές το γύρω του θριάμβου στην ψυχή του μαθητή.
Απόσπασμα από τον πρόλογο.
«Ελπιδοφόρα κι ενθαρρυντικά μηνύματα έχει ανάγκη η ταραγμένη, η συντριμμένη εποχή μας, κι εμείς σήμερα, δεσμώτες ίσως όσο ποτέ άλλοτε, δεν έχομε τίποτε άλλο να ελπίσωμε, τίποτε ν΄ ανακουφιστούμε, απ΄ την ανεκτίμητη δροσιά που προσφέρει στη δίψα της ψυχής μας, η ποίηση.
Τέτοιο καλοδεχούμενο μήνυμα βλέπω την ποίηση του μαθητή μου και δεν μπορώ παρά να χαρώ, να ελπίσω κι εγώ και να του ευχηθώ:
Καλό ξεκίνημα.»
Η ποίηση. η ποίηση λοιπόν κατοχύρωνε οριστικά πλεύσεις ψυχής. Οράματα μυαλού. Αστραπές πέρα από το σώμα και πέρα από την εποχή.
Εποχή μεταπολίτευσης 1974-75. Το ξεκίνημα μια άλλης εποχής όπου οι νεοσσοί των καιρών, οι έφηβοι του τότε, με τον πιο επαναστατικό τρόπο απαιτούσαν πέρα από τα όρια του εαυτού τους, τα θέλω των κοινωνικών οραμάτων και την στερημένη  ελευθερία τους. Όμως ταυτόχρονα δεν έπαυαν τα όρνεα και η γύπες πάνω από τη νέα γενιά, γενιά του βιβλίου της γνώσης και της διεκδίκηση, πάντοτε να παραμονεύουν. Στην αρχή της μεταπολίτευση η οργή και η ανυπακοή απέναντι στην καθεστηκυία τάξη και η προσπάθεια αντιστροφής αυτού του ποταμιού που ξεχείλιζε από νεολαία, πήγαιναν μαζί.
Και ο μαθητής πέρασε πάμπολλες συμπληγάδες καθώς πορευόταν μόνος του σε αυτό το ποτάμι. Όμως από την άλλη, κανένα υποκατάστατο, κανένα σκοτεινό επιχείρημα δεν μπορούσε να τον βγάλει από το δρόμο του και τα όνειρά του να προχωρήσει μπροστά καθώς τη δύναμη και το όνειρο του το έδινε πλουσιοπάροχα η ποίηση. Αλλά και πάντα μια κρυφή φωνή μέσα του έκρινε τις κακοτοπιές . Αν κάνω τούτο ή το άλλο τι θα πει ο Καρύδης; Πώς θα τον αντικρύσω μετά;
17/12/1979. Ο μαθητής ταξιδεύει ως Ανθυποπλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού στις θάλασσες του κόσμου. Και πως θα μπορούσε να ήταν αλλιώς καθώς εκείνο του κισσού το ψήλωμα τον έβγαζε στο δρόμο με τα όρια του εαυτού του..  
Απόσπασμα από το γράμμα παρακαταθήκη του Καρύδη σε κάποιο λιμάνι της Αμερική. …
«Είναι μέρες τώρα που πήρα το γράμμα σου. Ήταν ξάφνιασμα πραγματικό για μένα. Άργησα κάπως να σου απαντήσω. Μη με παρεξηγήσεις. Ξέρεις τον κόσμο μου, τον ψυχικό εννοώ, που χρόνια τώρα είμαι αιχμάλωτός του, τόσο που κάποτε-κάποτε τον νοιώθω σαν να με συντρίβει. Λίγες οι στιγμές που νοιώθω κάποια χαρά. Κι είναι τούτο το αποτέλεσμα μιας μεγάλης ευαισθησίας μου.
……. Σε κούρασα με τα δικά μου. Όμως επειδή και συ έχεις γευτεί τον πόνο, θαρρώ πως παίρνω θάρρος, γράφοντας τούτα τα λόγια σε ένα φίλο καλό με μια σπάνια ψυχική ευαισθησία.
Γράφε, γράφε όσο μπορείς. Είσαι γεννημένος ποιητής. Περνάς δύσκολα όμως κουράγιο δύναμη, απόφαση. «Τους Λαστρυγόνες και τους Κύκλωπες μην τους φοβάσαι..» Δεν είχε δίκιο ο Καβάφης;
Η ζωή είναι αγώνας αδιάκοπος, οδυνηρός. Βλέπεις την αδικία, την εκμετάλλευση, την κακότητα. Όμως προχώρα. Μη νοιώθεις Προμηθέας Δεσμώτης. Τόλμησε να σπάσεις τις αλυσίδες σου. Τόλμησε να φέρεις το φως το θεόσταλτο στον κόσμο τον ταλαιπωρημένο, τον αδικημένο που οι γύπες του σπαράζουν τα σωθικά του.
Είσαι νέος, μπορείς, μπορείς να δώσεις και να πάρεις πολλά όταν η τέχνη σου, θεϊκή προσταγή, θα σε λυτρώνει κάθε φορά από τη λύπη, την οποιαδήποτε. Μάζεψε τις εμπειρίες σου ταξιδεύοντας και κάνε τις μουσική, τραγούδι πανανθρώπινο ελπιδοφόρο.
Εγώ ζω τώρα σε μια φάση δύσκολη, στάσιμη. Ελπίζω να την ξεπεράσω. Το άσχημα είναι ότι δεν νοιώθω τις δυνάμεις μου ακμαίες. Κι έχω τόσα πολλά που πρέπει να κάνω ακόμα.. Προχτές δώσαμε βαθμούς. Μιλούσα με τους καημένους τους γονείς και έβλεπα στα μάτια τους μια πινελιά από χαρά και αγωνία.
Πάντα θα είμαι στη διάθεσή σου. Ένα όμως δε θέλω. Μην πάρεις τίποτε από τη μελαγχολία μου. Τραγούδα, τραγούδα στα σταυροδρόμια του κόσμου και ποτέ για τίποτε μη χάσεις το ηθικό σου..
Περιμένω να μου γράψεις. Πολύ το θέλω. Είσαι ο μοναδικός μου φίλος.
Με πολλή αγάπη αδερφική και εκτίμηση. Ν. Καρύδης.
Γαληνεμένες οι θάλασσες που διασχίζεις.»

Ο δήμαρχος Αγίων Αναργύρων


Έτος 2000. Ο μαθητής, δάσκαλος κι αυτός τότε σε κάποιο δημοτικό της Αργολίδας, δεν έχει κανέναν ενδοιασμό, καμιά αμφιβολία πως ο ορισμός που θα ήθελε να καταγράψει στο βιβλίο του «Ένα χωριό γράφει την ιστορία του» και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο της ιστορία του σχολείου, για την προσωπικότητα ενός πραγματικού δασκάλου είναι αυτός που σηματοδοτούσε μέσα του η μορφή του Καρύδη. Ναι. Ο Καρύδης ζει για πάντα στην ψυχή του.
«Δάσκαλος πραγματικός είναι πρώτα μια ψυχή που μας αισθάνεται, μια αγκαλιά που μας χωράει και ύστερα μια δεξαμενή γνώσης που μας ξεδιψάει χωρίς να μας πνίγει.»
Αυτός αγαπητοί φίλοι μου ήταν ο Νίκος Καρύδης. Ο άνθρωπος, ο παιδαγωγός που μας άφησε έναν οδηγό ασφαλούς επιβίωσης της ψυχής μας.

Και για να προλάβω τις σκέψεις σας, που μπορεί να σας οδηγούν στην εντύπωση πως το βάρος σε τούτη την ιστόρηση έπεσε στο μαθητής σας λέω και τούτο: Τι μπορεί να πει κανείς για ένα δάσκαλο περισσότερο αν δεν φωτίσει την ψυχή των έργων του αν δεν γνωρίσει τα έργα του στις ψυχές των μαθητών του;
Ο μαθητής λοιπόν παρουσία του δασκάλου σήμερα υποκλίνεται και  παραφράζοντας τους στίχους του Νικηφόρου Βρεττάκου απευθύνεται σ’ αυτόν με μια υπαρξιακή-οντολογική ερώτηση-απορία-αγωνία:
Πώς θα μπορούσα να ζήσω σε τούτο τον κόσμο άραγε αν δεν έδινες στην ψυχή μου την ποίηση Δάσκαλε;

ΣΥΛΛΟΓΗ: AB IMO PECTORE (Εκ βάθους καρδίας)(1975)
ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΜΟΥ

Για τελευταία φορά
σαλεύει ο ίσκιος του
στις σκόρπιες ακτίνες που ξέφυγαν
μέσα από τα σύννεφα
και ήρθαν να γράψουν τη ζωγραφιά του
για πάντα πάνω στο μάρμαρο.
Τούτα τα βήματα
θ’ ακουστούν κάποτε
τελευταία φορά
στην σκάλα, στην αυλή, στην πόρτα
και μετά πέρα
όπου ορίζει η μοίρα.
Τούτη η μορφή τελευταία φορά κάποτε
θα μείνει μαζί μας
μόνο για λίγο
όσο να πει τις τελευταίες συμβουλές
όσο ν’ αγκαλιάσει το βλέμμα του
μια παρένθεση πέντε χρόνων
και μετά
θα χαθεί για πάντα μες στις καρδιές μας.
Μα ίδια βήματα
θα ακουστούν του χρόνου
να ακολουθούν εκείνου
στην σκάλα, στην αυλή, στην πόρτα
και μετά το μεγάλο όνειρο.
Το βλέπω το τελευταίο πικρό μου βλέμμα.
Αισθάνομαι τη στιγμή που θα φύγω
και θα ναι η ενθύμησή του
το πιο γλυκό μου δώρο.
Ζωγραφιά με ανεξίτηλα γράμματα
μορφή νέα 32 χρόνων
θα θυμάμαι πάντα και θα λέω:
…Κάποτε στ’ αρχαία παιδιά μου…
καλή του ώρα….

Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος


 






Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Πρόσκληση παρουσίασης της Εσπερινής Συνάντησης



με αφορμή το βιβλίο της Μίνας Παπανικολάου «Εσπερινή συνάντηση» με τα ποιήματα του Νίκου Καρύδη, ο Δήμαρχος Αγίων Αναργύρων Καματερού, ο Πρόεδρος και το Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού Πολιτισμού, Αθλητισμού και Παιδείας του Δήμου μας, ο σύνδεσμος φιλολόγων Δυτικής Αθήνας (Σ.Φ.Δ.Α) και οι μαθητές του 1ου Λυκείου (1971-1986) σας προσκαλούν στην εκδήλωση τιμής και μνήμης του φιλολόγου, παιδαγωγού και ποιητή Νίκου Καρύδη.
Η εκδήλωση θα γίνει Κυριακή 2 Δεκεμβρίου, ώρα 6.00 μμ στο θέατρο του Πολιτιστικού Κέντρου «Σπύρος Αποστόλου»
 (Ηρώων Πολυτεχνείου 39, τηλ.210 2635689)

Χαιρετίζει:
Νίκος Σαράντης, Δήμαρχος Αγίων Αναργύρων Καματερού
Ομιλητές:
Σοφία Στρέζου, ποιήτρια, κριτικός: «Αναμνήσεις που έγιναν παρόν, έγιναν μέλλον...»-παρουσίαση του βιβλίου
Σοφία Μπαρδάνη, φιλόλογος, λογοτέχνης: «Νίκος Καρύδης, ο συνάδελφος, ο δάσκαλος, ο ποιητής»
Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος: «Η συνάντηση»
Συμμετέχει:
Ο Νίκος Πιπινέλης σε σύνθεση και ερμηνεία ποιημάτων του Νίκου Καρύδη
Απαγγέλουν:
Πάνος Σταθόγιαννης, Μίνα Παπανικολάου 
Συντονίζει:
Πάνος Σταθόγιαννης

 ΠΗΓΗ: http://paratiritisagionanargyron.blogspot.gr/2012/11/blog-post_5993.html?spref=fb
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ ΑΓ. ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ



 

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

"Εσπερινή Συνάντηση" η συνέντευξη στο Attica News












..και στον κ.Αντώνη Τσαγκρώνη.
10/11/2012-ΕΝΑΣΤΡΟΝ-ΑΘΗΝΑ



Παρουσίαση του βιβλίου "ΕΣΠΕΡΙΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ" 
10/11/2012-- Ν.Π.Καρύδης & Μ.Παπανικολάου
Εκδόσεις ΛΕΞΙΤΥΠΟΝ-ΑΘΗΝΑ


ΕΝΑΣΤΡΟΝ -ΣΟΛΩΝΟΣ 101-ΑΘΗΝΑ
Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012 και ώρα 7.00 μμ

Συνάντηση στο μεταίχμιο της ύπαρξης και της ανυπαρξίας των ποιητών
Νίκος Π.Καρύδης - Μίνα Παπανικολάου

Παρουσίαση:
Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος (ποιητής)-Σοφία Στρέζου (ποιήτρια)

Απαγγελία: Φάνυ Πολέμη- Γιώργος Βουζουλίδης

Τραγούδι: Πάνος Λαμπρίδης & Τάνια Νικολούδη
Πιάνο: Τάνια Νικολούδη

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

ΝΙΚΟΣ Π. ΚΑΡΥΔΗΣ / ΜΙΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ - Εσπερινή Συνάντηση της κ.Σοφίας Στρέζου


(η αισθητική ανάλυση)

Aπό: http://anagnoseispoiiton.blogspot.gr/ 





Για έναν άγγελο (τραγούδι)

Πάνος Λαμπρίδης –φωνή

Τάνια Νικολούδη - πιάνο



Αναμνήσεις που έγιναν παρόν, έγιναν μέλλον… Έτσι ονόμασα τούτη την «Εσπερινή Συνάντηση» των Νίκο Π.Καρύδη και Μίνας Παπανικολάου.



Ο Νίκος Π.Καρύδης και η Μίνα Παπανικολάου, είναι δύο ποιητές που συναντώνται στο χωροχρόνο, καθώς αυτός αφορά, το παρόν και το μέλλον της ποιητικής τους διαδρομής. Αν και έζησαν πολύ μακριά ο ένας από τον άλλον και σε διαφορετικές εποχές, κάποιο σύμπαν παράλληλο, τους έφερε πολύ κοντά. Αναδεικνύεται έτσι, πως οι εκλεκτικές συγγένειες υπάρχουν και μετά τον θάνατο. Ίσως κάποια Νευτώνεια μηχανική τους επέστρεψε να βρεθούν ως συνταξιδιώτες στο ταξίδι, που αρχινά σελίδα-σελίδα σε τούτο το βιβλίο. Ορατές οι αλληλένδετες δράσεις στις εξισώσεις της αιωνιότητας, με ελεγχόμενες αλυσιδωτές αντιδράσεις στη γεωγραφία της ποίησης. Για να αποδεικνύεται το εφικτό που γίνεται Λόγος, υψώνοντας μια ηθική διαλόγου με τα ευγενέστερα των κινήτρων, στο μεταίχμιο της ύπαρξης και ανυπαρξίας του ποιητή.



Με Θαυμασμό και άκρατη επιθυμία η Μίνα Παπανικολάου, μετατρέπει την ανάγνωση των ποιημάτων του Νίκου Π.Καρύδη σε ενέργεια, που πυροδοτεί την δική της γραφή σε μια κοινή δημιουργία. Η σιωπή γίνεται φωνή κι ένα τεντωμένο χέρι καλεί ένα αόρατο χέρι από το σκοτάδι στο φως. Για να σμίξουν οι γραφές σε σκιερά περάσματα, με την υπόσχεση, πως δεν θα μείνουν αμίλητα τα χείλη στην ακίνητη όψη. Για να ξετυλιχθεί σιγανά-σιγανά η εξομολόγηση των βουβών ίσκιων στους μαιάνδρους του χρόνου, αναπολώντας μια μυστική νοσταλγία στη μυθοποιία των στίχων. Κάποιας φθαρτής μοίρας απόγονοι κληροδοτούν ψιθύρους στη μεταφυσική μνημοσύνη του σύμπαντος, αποσπασμένοι από το γήινο βάρος.


Κρυμμένες γραφές, διπλωμένες, κρύες, σχεδόν παγωμένες, περιμένουν ένα στόμα να τινάξει τη σκόνη του χρόνου, ένα χέρι ν’ απλώσει τα δάχτυλα, για ν’ αγγίξουν σιωπές φυλαγμένες στο συρτάρι του πόνου. Κάποιον άγνωστο περιμένουν να τις πάρει αγκαλιά, για να τις ζεστάνει με την ανάσα του. Να πατήσει στα βήματά τους και μετά ν’ ακολουθήσουν τον δικό του βηματισμό στο παρόν και στο μέλλον, στο φως της επόμενης μέρας που θα στάξει… ποιήματα. Κι όταν η σκέψη ενωθεί, θα μιλήσουν τα λόγια, στις κρυφές κι απάνεμες συναντήσεις δημιουργών, που ποτέ δεν γνωρίστηκαν κι όμως γνωρίζονται θαρρείς από χρόνια παλιά κι ακόμα πιο παλιά, στις επιστροφές του χρόνου. Γιατί οι ψυχές συναντώνται σε λιμάνια που δακρύζουν αιώνιες απουσίες.


Σπαρταρούν στην πρώτη χαραμάδα, την στιγμή που έλκει την πρώτη ακτίνα, καθώς εισχωρεί στα κύτταρα, στα πλημμυρισμένα όνειρα της νοσταλγίας. Τώρα άσπρο πανί ανοίγεται, για όμορφες πλεύσεις σε ανεξερεύνητες θάλασσες, στην αθανασία των στίχων, που φέρνει η γενναιοδωρία. Μεταφυσικές λιτανείες στις ακρώρειες του λόγου. Λυγμών παρενέργειες που κάποια στιγμή σίγησαν, μα τώρα εποικούνται με αυτόχειρες συνευρέσεις σε πικρές απουσίες. Συνθέτουν ανταμώσεις, που δεν θα διαβαστούν ποτέ από εκείνον, που για πάντα σίγησε. Αποκοιμήθηκε, κρατώντας στα βλέφαρα το αιώνιο φιλί του αποχωρισμού. Έμεινε το βάρος ασήκωτο, στους ώμους των δακρύων Εκείνης, που γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά της α-λήθης. Σε κομμάτια χαρτιού με γραφίδα τη σκέψη και μελάνι το αίμα του πόνου, γράφεται η απουσία σε κόσμους άχρονους.


Ποια ανάγκη και ποια μοίρα ορίζει ταξίδια χωρισμού να υψώνουν ανταμώσεις; Ποιος ανολοκλήρωτος δρόμος προστάζει να περπατηθεί με βηματισμούς λέξεων στο επέκεινα του θανάτου;


Σ’ αυτό το επέκεινα συναντά η ποιήτρια Μίνα Παπανικολάου τον ποιητή Νίκο.Π Καρύδη, για να αναγεννηθούν τα ποιήματα Εκείνου, από το συρτάρι του χρόνου, που θα γεννήσουν τα δικά της ποιήματα, στις σελίδες του βιβλίου που σήμερα παρουσιάζεται, επιθυμώντας την προσοχή όλων μας.


Οι συνεδρίες αρχίζουν με εικόνες και λόγια, αντανακλώντας συναισθήματα στη μυστηριακή συναγωγή ψυχών κατά την αναπόληση και το πάγωμα του χρόνου. Στις προσεγγίσεις των ονειροσυνάξεων συνειρμοί κατακλύζουν αισθήσεις, δίνοντας σχήματα κανονιστικών μορφών απόκρυφων χειρογράφων, που άστρα φωτεινά φύλαξαν. Υπερνικούν το θνητό, το αόρατο κι οδηγούνται στον πυρήνα του πεπερασμένου. Το πνεύμα δημιουργεί μια υπό όρους φυσική και πραγματική νοσταλγία ισοδύναμη με το αιώνιο και το άπειρο, μιλώντας λυρικά και με αναστοχαστική διάθεση καθώς συμμετέχει σε μια μεταφυσική παράσταση που θα γραφτούν τα ποιήματα. Θεμελιώνεται έτσι η διαλεκτική που λυτρώνει το αμετάθετο, στις ενσωματώσεις του θανάτου.




Γιώργος Βουζουλίδης - απαγγελία
Πήρα ένα κομμάτι - Νίκος Π.Καρύδης



Πήρα ένα κομμάτι χαρτί.

Άρχισα να γράφω την ιστορία

Γραφίδα η σκέψη σου,
μελάνι το αίμα μοy
έμπνευση ο πόνος μου-


Πήρα ένα κομμάτι ψυχή.

Άρχισα να γράφω την ιστορία μας-

Άρχισα.

Μα ποτέ δεν τελειώνω.



Φάνυ Πολέμη - απαγγελία
Μίνα Παπανικολάου



Τίποτα δεν μαρτυρούσε

την αρχή της κουβέντας μας.

Εσύ να μιλάς

κι εγώ να ακουμπώ
στο μπράτσο της πολυθρόνας σου,

κρεμασμένη από λόγια

που δεν πρόλαβαν να ειπωθούν.

Ονειροσύναξη είναι ετούτη ;

Και αν είναι έτσι,

ποιος είσαι εσύ και ποια εγώ,

που ανοίγω σε θύμηση αβρή, παραθύρι;


Συναντηθήκαμε

στην άκρη των καιρών

στις εγκοπές των σιωπών,

κινήσαμε για ταξίδι αστρικό, ξεφύγαμε

και νάμαστε…

Απέναντι και Αληθινοί.

Η εσπερινή ώρα είναι η καλύτερη

για λόγια θρυλικά που αναμετρώνται,

σαν από πάντα

που ο άχρονος κόσμος μας,

άχρονα στην ψυχή μας κοιμάται...


Δεν είμαι άλλος (τραγούδι)
Πάνος Λαμπρίδης –φωνή
Τάνια Νικολούδη - πιάνο



Ήρθε ο καιρός να κοιμηθούν τα ακοίμητα όνειρα στην υδρόγειο αγκαλιά απρόβλεπτου ύπνου. Να παραμεριστούν τα πέπλα της αβίωτης νοσταλγίας. Να τερματισθεί η οδύνη στους ατερμάτιστους προορισμούς της λύπης κι οι ένοχες σιωπές να μιλήσουν. Για να σφραγιστούν τα λόγια, στα άδυτα της συνένωσης, εκεί που τα σεντόνια μυρίζουν γιασεμιά και καληνύχτα, με λυγισμένα τα μάτια. Βραδιάζει στα βλέφαρα η ηχώ της θυσίας, διαλύοντας την ψευδαίσθηση μιας διαλεκτικής με την απουσία, ανάβοντας κερί στην παρουσία. Προδομένη μακαριότητα περπατημένη λέξη-λέξη στις ατελέσφορες συναντήσεις.


Είναι ψυχές που δακρύζουν, ανασαίνοντας προσδοκίες, σαν ανάβουν τη φλόγα σε νεκρά ηφαίστεια. Γιατί Λόγος είναι ο λόγος που υπαινικτικά αναβιώνει στα σβησμένα καντήλια ανάμνησης μακρινής κι απροσδιόριστης. Ταγμένες κι άφατες υποσχέσεις που πρέπει να τηρηθούν, για να στηρίξουν τα φτερουγίσματα στο άπειρο των μεγάλων επιθυμιών και να πλέει ασφαλής η αιωνιότητα με περιούσιους ύμνους. Αχειροποίητα λόγια και αφές συνοδεύουν σκέψεις θνητές, στα παρένθετα μονοπάτια της ποίησης, με λυτρωτικούς πόντους στα πολυπόθητα ταξίδια της μέθεξης.


Με απέλπιδες χειρονομίες τα μελάνια θα γράφουν λέξεις σε αδιέξοδους πόθους, ανανεώνοντας το ταξίδι για τον παράδεισο.Εκεί κατοικεί μια αιώρηση που ποτέ δάχτυλα δεν άγγιξαν το απλησίαστο του θανάτου. Νύχτες και νύχτες, ασχημάτιστες συναντήσεις έπαιρναν σχήμα με λυτρωτικές ανταμώσεις στα ικριώματα του λόγου.


Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία
Θυσία ΙΙ - Νίκος Π. Καρύδης


..Θυσία ζητώντας να κάνεις

στον πανάρχαιο μπροστά ναό


λαμπάδες άσβηστες στο τραγούδι του υμεναίου

να στέκονται

σαν η τελετή της παρθενιάς

της φλόγας το πύρωμα

του κόρφου το ανάσασμα

τάπλεξες τα χέρια σου στο λαιμό μου και είπες:

των χεριών το ικετευτικό περίπλεγμα

χαράζει στη σάρκα

το αιώνιο σημάδι της ζωής

που δίνει το φύλλωμα

και τελειώνει με θάνατο..


Φάνυ Πολέμη – απαγγελία
Μίνα Παπανικολάου


Ποιός σκορπά την ανέλπιδη χαρά;

Και ποιός σκορπίζεται;

Ικεσία χαρούμενη

συνθέτει τραγούδι αγάπης

κι ας συναντά στα μάτια σου,

Ζωή και Θάνατο.



Θεάται το αμίλητο που μιλά έρημο κι απογυμνωμένο στην προσωπική ρομαντική μυθολογία του, εξηγώντας το ανεξήγητο. Συμπυκνώνει το υπαρξιακό άγχος καθώς δοκιμάζεται από την απουσία του ιδανικού. Μια κοσμική πραγματικότητα του επιτρέπει ακόμα να μιλά στους υπνωτισμούς της αθωότητας.


Στα ιζήματα αστρικού σώματος «Διαμαντένιο στέμμα αθάνατο» θα φορεθεί, απαλύνοντας πόνους μετέωρης φυγής. Για να επαληθευθεί η αναμονή στις επωάσεις των θραυσμάτων. Κανένα τέλος, καμιά συντριβή δεν θα αποτρέψει στην ποίηση να αναιρέσει την ματαιότητα της ζωής. Απαράβατη ηθική να μείνει εκεί, έχοντας επίγνωση του αναπόφευκτου πόνου, καταθέτοντας τρυφερότητα στο αβίωτο. Πουθενά δεν τελειώνει ο κόσμος παρά μόνον εάν πληρωθούν τα ανεκπλήρωτα υποσχέσεων στη βεβαιότητα μιας αμετάθετης νοσταλγίας στο άχρονο του χρόνου.



Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία
Όταν φύγεις - Νίκος Π.Καρύδης


Όταν φύγεις..

μην το πεις.

Φύγε μόνο.

Η αίσθηση θα μου πει,

τι γυρεύεις και

φεύγεις.


Ο πόνος θα γιορτάσει..

και πόνος διπλός θα γενεί,

η ζωή μου,

η άδεια και κρύα.



Φάνυ Πολέμη – απαγγελία
Μίνα Παπανικολάου


Διαμαντένιο μου στέμμα αθάνατο

ζωγραφιά ανεξίτηλης φλόγας.


Ποιός δρόμος θα φέρει

σκιά στα θλιμμένα μου βήματα;

Πού δροσιά,

για τ' ακοίμητα όνειρα;

Ποιός καημός δριμύτερος,

απ' τον καημό της απουσίας σου;

Όρκος βουβός.

Δεν θα φύγω.



Αιωρούμενα ψήγματα σε πορείες θλίψης, με λιτανείες ψυχών σε δεήσεις πόνου. Ματωμένα δάχτυλα χτίζουν βασίλεια εκεί που δεν στεριώνουν θάνατοι. Ασύνορες συμφωνίες σε αγέννητες φυγές, αγαπούν δίχως σώμα πληγές αγιάτρευτες, στην ανατίναξη του απείρου. Για να αναστηθούν θαύματα σε τετράδια φωτιάς στην ακολουθία φαντασμάτων μέσα σε στίχους, στοιχειώνοντας συνειδήσεις, με απόρρητες λέξεις.


Ένας άντρας και μια γυναίκα σαράντα χρόνια μετά συναντώνται, με νεκρικές πομπές, στις δεήσεις άφατου πόνου. Για να αποκατασταθεί εκείνη η συμπαντική ισορροπία στην αταξία του χάους, νικώντας τον θάνατο του θανάτου με στίχους. Για να γονιμοποιηθεί το ποίημα, γράφοντας το άγραφτο μιας σιωπής στη λάμψη ενός ακατάληπτου πεπρωμένου. Και τότε να μπορέσει να φωτισθεί και να λάμψει το αόρατο στους σκοτεινούς λαβύρινθους ψυχών που για χρόνια κουβάλαγαν ασχημάτιστα είδωλα, σε άγνωστους ουρανούς.



Γιώργος Βουζουλίδης - απαγγελία
Ω! γυναίκα εσύ - Νίκος Π.Καρύδης


Ω! γυναίκα εσύ, που ήρθες στερνά

στην άχαρη ζωή μου

όπως μια δειλή ηλιαχτίδα το δείλι

ύστερα από μέρα βροχερή, σκοτεινιασμένη.

Νεκρικές πομπές

βουβές της ψυχής μου λιτανείες

σε δεχτήκανε οδηγήτρα

στην μεγάλη δέηση του πόνου

των λίγων αστεριών, του χειμώνα μου.


Ήρθες αργά,

μα έπρεπε κάποτε η λιτανεία να γίνει

ηλιαχτίδα να παίξει

τ’ αστέρια να λάμψουν

ο πόνος να βασιλέψει..



Φάνυ Πολέμη – απαγγελία
Μίνα Παπανικολάου


Έχτισα ολόφωτο βασίλειο να κατοικήσεις.

Μάτωσαν τα δάχτυλα

μέχρι ν’ αλλάξουν οι πορείες της θλίψης.


Εκεί που ο χρόνος υφαίνει νέες ζωές

δεν στεριώνουν θάνατοι.

Δως μου το χέρι σου

για ν’ ανασταίνονται… Θαύματα.




Η μπαλάντα του ουρί (τραγούδι)
Πάνος Λαμπρίδης –φωνή
Τάνια Νικολούδη - πιάνο



Δεν υπάρχει τίποτα πιο πολύ, πιο βαθύ, πιο μεγάλο από το απλησίαστο της αγάπης. Την προσήλωση στο εφικτό με συναισθηματικές εξαρτήσεις στο ανέφικτο. Είναι οι σκιές που ζητούν την κάθαρση με ασκήσεις στη μακρινή κι απροσδιόριστη μνήμη, διασχίζοντας κάθετα αποστάσεις. Σε αστρικά πεδία περιπλανώνται, με την ψευδαίσθηση της παρουσίας στα χείλη.


Εξόριστοι εγκληματούν με απύθμενη δίψα ψυχής, την απώλεια γεύσης ενός παραδείσου στο μακρόχρονο της αοριστίας, ενός προσχήματος στην αυταπάτη. Ψηλαφούν εκμαγεία απουσίας για να σχηματισθεί το αδαμάντινο κόσμημα της ολότητας, ρέοντας από τις πληγές της αγάπης άχραντο μύρο. Αναμοχλεύεται ένα παρελθόν πολύ μακρινό, βυθίζοντας ανελέητα το μαχαίρι της νοσταλγίας στην επαλήθευση της οδύνης αβάσταχτου αποχωρισμού στους θρυμματισμούς της θνητότητας.



Γιώργος Βουζουλίδης - απαγγελία

Έγκλημα - Νίκος Π.Καρύδης


Τίποτε άλλο δεν έπραξα

από το να σκέφτομαι την ουσία μου-

Τίποτα δεν αγάπησα πιότερο

απ' το δάκρυ των μικρών παιδιών


Βαρύ το αμάρτημα που πίστεψα

στην πρωϊνή δροσοσταλίδα..


Θάνατος η μαχαιριά του ματιού μου

στην ακινησία του Αυγούστου..


Κι όλα τούτα, γιατί την αγάπη μου

τη βρήκαν λέει περιττή κι ανούσια.


Και τη σκότωσαν κοιμισμένη

στη βρύση του ματιού μου...



Φάνυ Πολέμη- απαγγελία

Μίνα Παπανικολάου


Θα ανατείλει ξανά

στα μάτια μου

η θάλασσα

των ανέμελων ονείρων.

Εκεί που τ’ άστρα

δεν φοβούνται

τη νύχτα τους..

Χθες γέλασα,

τόσο ακριβώς όσο χρειάστηκε

να δακρύσω..


Μη μιλάς

για κείνα που πέθαναν, είπαν..

Ήταν, λέει, ανούσιες

οι ραγισματιές στον τοίχο..

Και κακώς διατήρησα

τη φθαρμένη ταπετσαρία

με περισσή φροντίδα…


Πως αλλιώς,

αφού έχει κρατήσει

τόσο καλά το άρωμά σου..

Θα το δεις…

Πάλι αύριο θα χαμογελάμε

καθώς θα αγγίζουμε τις πληγές

και θα ρέει

της αγάπης άχραντο μύρο..


Δως μου το χέρι σου..



Όλα τα αλλόκοτα κατοικούν στην αιώνια φλέβα των δισταγμών και των απρόσιτων προορισμών στο επέκεινα. Χαρτογραφείται το αίνιγμα της αθανασίας, ακολουθώντας κατευθύνσεις πόθου σε αδιέξοδα. Ευαισθησίες συμπίπτουν και πόθοι συντονίζονται, αρνούμενοι μορφασμούς θανάτου στη ροή της ζωής. Γιατί οι Θεοί δεν μένουν πια εδώ κι ας θυσιάζονται εμπνευσμένοι στίχοι στο βωμό της πανάκειας. Προτιμούν να υποταχτούν στο απλησίαστο όνειρο παρά να υποταχθεί η αξιοπρέπεια και οι αρχές που την δόμησαν για να μπορεί να μείνει αλώβητη η προέλευση του ονείρου.



Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία

Παράξενος άνθρωπος - Νίκος Π.Καρύδης


Ένας παράξενος άνθρωπος

την πόρτα μου χτύπησε

κi ένας αλλόκοτος κόσμος στα σπλάχνα μου ξύπνησε.

Μπροστά στα κατάπληχτα μάτια μου

Ορθωνόταν το ΠΑΝ.


Την αγάπη μου ζήτησα
μα η φωνή μου τρεμάμενη
ήρθε πίσω και μου ’πε

πως φοβάται το θάνατο.


Κι ανατρίχιασα νιώθοντας

πως θα μ’ άφηνε μόνο.


Στους γειτόνους μου έτρεξα

να πιστέψουν τους ζήτησα

μα κι εκείνοι με κοίταξαν

μ’ απορία και φόβο

και μ’ απάντησαν κλαίγοντας


-Αγαπάμε τον ήλιο!

Στο θεό μου γονάτισα

Και βοήθεια του ζήτησα

Μα δε μου ’στειλε τίποτα

πλήν απ’ ένα πουλάκι

που πετώντας τραγούδησε:
-Ιδές τι όμορφη μέρα!

Κι ο παράξενος άνθρωπος απ’ την πόρτα μου έφυγε

κι ούτε πια με θυμάται.

Κι ο αλλόκοτος κόσμος που στα σπλάχνα μου ξύπνησε

στην ψυχή μου κοιμάται..


Φάνυ Πολέμη – απαγγελία
Μίνα Παπανικολάου


Τρομαγμένος κι Εσύ,

κλεισμένος σε σκαρί αταξίδευτο

με τους διαβάτες γύρω μας

γνωστοί κι αδιάφοροι

αμετανόητα να κοιτούν…


Ματαιοπονείς ακόμη στον ανολοκλήρωτο δρόμο μας.

Διαβάζεις μισοτελειωμένους στίχους

Ανασκαλεύεις μνήμες κι όνειρα,

Νοσταλγείς Θεούς κι επαναστάτες ήλιους.

Άραγε;

Δεν κατοικούν όλοι τους στη αιώνια φλέβα μας;

Δεν ανταμώνουν σε κάθε μας αντάμωση;


Κι ο αλλόκοτος κόσμος τους,

μη δεν είναι και δικός μας;


Στην πόρτα μας…

Άκου!

Χτυπήματα γλάρων

θρηνούν τα χαμένα φτερά τους

Αέναοι κύκλοι αετών

γύρω απ’ τις αναπνοές των νιογέννητων θρύλων τους.

Άκου!

Ψίθυροι αερικών που καταργούν τα σύνορα του νου.

Είναι το Παν!

Στην ψυχή μας κοιμάται.

ο αλλόκοτος κόσμος μας.



Έβδομος φόβος (τραγούδι)
Πάνος Λαμπρίδης –φωνή και στίχοι
Τάνια Νικολούδη - πιάνο



Όταν οι φόβοι μαχαίρια αστραφτερά μπήγονται στη ψυχή, το αίμα ραντίζει τη ρίζα που ευλογεί τον καρπό. Η λάμψη υπακούει στην άρνηση, υπερασπιζόμενη μια άλλη λάμψη, εκείνου του απείρου. Για να μην φιληθεί ποτέ από στόμα η λησμονιά και να μείνουν πιστοί οι όρκοι που δόθηκαν σε μάτια που λάμπουν. Κι ας πέθαναν. Κι ας έμειναν ακρωτηριασμένα, ματωμένα τα δάκρυα που λαμπύριζαν μιαν αβάσταχτη μελαγχολία.


Δύσκολη η πίκρα… «να με θυμάσαι»… σαν αστραπή στη βροχή εσπερινών λυγμών την ώρα που το σκοτάδι καρφώνεται από τον κεραυνό της λύπης. «Να με θυμάσαι»… όπως δεν ζήσαμε, ή μήπως ζήσαμε τότε που ήμουν φεγγάρι και φώτιζα τις νύχτες σου. Μη! Μη βλέπεις τον φόβο του θανάτου, κράτα τη σοφία του φόβου που οδηγεί στο Μεγάλο αστέρι και στη λάμψη του σμίγουν ψυχές από χρόνια πολλά χωρισμένες στις προστακτικές της ικεσίας.



Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία
Φόβος - Νίκος Π.Καρύδης


Μη, φτάνει πια, δεν τα μπορώ άλλο

Τα μάτια σου, να ερευνούν την μελαγχολία μου

Να μπήγονται μαχαίρια στης ψυχής μου τη σκέψη

Να με σκιάζουν με τη θανατερή τους γυαλάδα

Μη, κάρφωσέ τα στο άπειρο, φώτισε τα σκότη

Ανάστησε τους βρικόλακες της άρνησης

Ζέστανε τα νεκρά αστέρια

Κυλίσου, απλώσου, αγκάλιασε τον άπειρο κόσμο

Γίνε πνεύμα, λάμψη, θάμπος, μέγα αστέρι

Εκεί θα συναντηθεί η ατονία μου με τη λάμψη σου...



Φάνυ Πολέμη – απαγγελία
Μίνα Παπανικολάου


Εσύ ορίζεις

τα έσχατα και τα πρώτα…

Εσύ καταργείς

το φόβο και το θάνατο..

Εσύ,

το κλαδί που γεννά την υπόσχεση

κι η ρίζα που ευλογεί τον καρπό.


Κι εγώ

θα ορκίζομαι

-φως των ματιών μου-

στα μάτια σου

να λάμψω

σαν λάμψεις

Εσύ…


Που πάνε οι ήχοι; Που ιερουργούν; Που ενσωματώνονται; Ντύνουν τον άνεμο με ένδυμα αυτογνωσίας, επιθυμώντας να εγκλωβιστούν στη φυλακή της ελευθερίας τους. Μελιστάλαχτες νότες συντηρούν μουσικές, αποτρέποντας την αποσύνθεση. Σχοινοβασία ευλύγιστων χορδών στο σχοινί άϋλων αιωρήσεων στο κενό του απείρου.


Συγχορδία ακροβατών με πτήσεις αυτοπροσφοράς. Μελλοντικό ιντερλούδιο στις δεσποτικές απουσίες, γίνεται ο συνδετικός ιστός στη δυφωνική σύνθεση. Γίνεται η κλίμακα που χωρίζει τη φυσική απόσταση από το επέκεινα αν και μεταποιείται σε προσωπική σχέση με το άγνωστο. Αλληγορικοί στροβιλισμοί πάνω σε στίχους μεταφράζουν την διαλεκτική φωνών που εξακολουθούν να μιλάνε στο κενό και πέρα από το μυστήριο του θανάτου.



Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία
Δεν είμαι - Νίκος Π.Καρύδης


Δεν είμαι σε απαλά αρπίσματα

της μελίφθογγης κιθάρας εγώ.

Ούτε στο συσπασμένο πρόσωπο

που ο ήχος παραλλάζει

αναγκάζοντάς το να τραγουδήσει..


Δεν είμαι εγώ στον καθρέφτη μπροστά

με το προσποιητό χαμόγελο..


Ούτε στο γέλιο που βγαίνει μόνο

από χείλη δυσκολογέλαστα..


Δεν είμαι εκεί

αλλού κάπου έχω αφήσει τον εαυτό μου.

Ίσως σε ένα όνειρο εφηβείας

ανεκπλήρωτο..


Ίσως σε κάποια αποσύνθεση

που δεν θυμάμαι πότε άρχισε...



Φάνυ Πολέμη – απαγγελία
Μίνα Παπανικολάου


Είμαι,

η λεπίδα που πάνω της

ακροβατείς στίχους..


Είμαι…

ο θυμός

ο δραπέτης λυγμός

η νύχτα του ρόδου

η πληγή της αλήθειας..


Μόνο αν κλείσεις τα μάτια σου,

αν ματώσεις στις νότες,

αν στραγγίξεις το αίμα της καρδιάς σου,

αν αγκαλιάσεις το αδικοχαμένο δάκρυ,

αν σβήσεις μονοκοντυλιά την απόγνωση.

Θα δεις…

Τίποτα…

Τίποτα δεν έμεινε να πω,

αν οι ακροβασίες μου

βρήκαν αποδέκτη μόνο ένα σκοινί.



Αερικό (τραγούδι)
Πάνος Λαμπρίδης –φωνή
Τάνια Νικολούδη - πιάνο



«Προσπαθώ να γράψω κάτι… γιατί δεν μ’ αφήνεις να γράψω», ρωτάει ο ποιητής.

«Η επιμονή μου πληγώνει… Που μ’ αφήνεις», ρωτάει η ποιήτρια.

Μια χούφτα γεμάτη γραμμές που τέμνονται και συναντώνται ίχνη στην ίδια κλεψύδρα σαν καταπίνει ανθρώπινους κόκκους στο ανελέητο μέτρημα του χρόνου. Μια χούφτα στάχτη που φύλαξε λίγο κάρβουνο για εποχές αναζωπύρωσης μιας φωτιάς με διψασμένες για άναμμα φλόγες.


Η μια σκέψη πληγώνει και η άλλη μια ανιχνεύει, για να ταυτιστούν τα αποτυπώματα στους στίχους που παράγουν ποιητικά συναισθήματα. Ενδεχόμενα προσαράζουν στις ακτές της ποίησης, κλυδωνίζοντας την στοχαστική διάθεση των ποιητών. Εξαντλητικές ανάσες ανατρέχουν στην τέχνη για να βρουν το μυστικό που ταλανίζει ψυχές παράλληλων βίων στο άχρονο του χρόνου. «Όλα συνταιριάζονται κι όλα αναλύονται», στις συστοιχήσεις της ανταλλαγής και της εναρμόνισης με το αίμα που με αίμα ανταλλάσσεται.



Γιώργος Βουζουλίδης - απαγγελία
Προσπαθώ να γράψω.. - Νίκος Π.Καρύδης



...Προσπαθώ

να γράψω κάτι..

Ν΄ αρχίσω απ’ τα μάτια σου;

Με τυφλώνουν!

Απ’ τη σκέψη σου;

Με ζαλίζει!


Απ’ τον πόνο σου;

Με πληγώνει!

Πώς ν’ αρχίσω;


Όλα έρχονται και φεύγουν...

Όλα συνταιριάζονται κι αναλύονται

και στο τέλος,

δεν γράφω.

Γιατί δεν μ’ αφήνεις

να γράψω;



Φάνυ Πολέμη – απαγγελία
Μίνα Παπανικολάου


Η επιμονή μου πληγώνει…

Αναζητώ τη γραμμή του χεριού σου

που μπορεί να μ’ αναγνωρίσει,

από το δειλό ίχνος μου πάνω της..

Δεν σ’ αγγίζω…

Τολμώ να ανιχνεύσω τη σκέψη σου..


Τυλίγω το βλέμμα μου

γύρω απ' την ακριβή συννεφιά των ματιών σου.

Μικραίνουν οι ώρες..

Θα φύγεις..

Πού μ’ αφήνεις;


Δεν ξέρεις,

πως αγρίεψαν οι άνθρωποι

και πια δεν ζητούν

παρά μόνο αίμα για αντάλλαγμα

στο αίμα της καρδιάς;


Ο κόσμος τους…

δεν είναι δικός μου…


Πού μ’ αφήνεις;



Post love (τραγούδι)

Πάνος Λαμπρίδης –φωνή

Τάνια Νικολούδη - πιάνο



Χρόνια και χρόνια χωριστά έζησαν, ικετεύοντας «λευκά μαχαίρια να κόψουν το μπέρδεμα του Ναι και του Όχι». Γιατί όσο δύσκολο είναι να ακολουθήσεις το ΝΑΙ, άλλο τόσο δύσκολο είναι να υπηρετήσεις το ΟΧΙ. Μένει ο ενατενισμός και η προσήλωση στην αλήθεια που πρέπει, που επιβάλλεται να διατηρηθεί. Να μην αποσχιστεί από την πανάρχαια ηθική αξία ενός διάχυτου σεβασμού, που όμως θυσιάζει και θυσιάζεται στους βωμούς μιας επιλεγμένης καθημερινότητας. Σφυρηλατούνται αντιστάσεις με μια αδιάλλακτη απαιτητικότητα, καθώς καθοδηγούνται από την υπαρξιακή αναγκαιότητα, ώστε να παραμείνει αλύγιστο το φρόνημα, που για χρόνια πειθαρχημένα υπηρέτησε.


Μόνον έτσι διασώζονται της οδύνης οι άγραφοι δρόμοι, σε ευκολοδιάβαστους ουρανούς. Με την προοπτική κάπου στο μέλλον να καταγράψουν τα βήματα για να ερμηνευτούν τα ίχνη μελλοντικού νοσταλγικού νόστου. Θα επιστρέφουν σαν άνοιξη για να μπορούν να πνίγονται στην ουσία της. Να κερνούν αρώματα κι ας ματώνουν δάχτυλα στα απόκρυφα τετράδια της αγνότητας. Με την γραφή ν’ ανοίγει την μεγαλόπρεπη πύλη της περηφάνιας, στην Δωρική κλίμακα της λύπης.



Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία
Θυσία Ι - Νίκος Π.Καρύδης


..Γυμνά κλαριά

που μυρίστηκαν την Άνοιξη

κι ανατριχιασμένα από της ζωής την αίσθηση

υψώθηκαν ικετευτικά στο ζεστό λιόγερμα

μπουμπούκι και φύλλο αποθυμώντας.


Λευκά μαχαίρια που από χρόνια περίμεναν

να κόψουν το μπέρδεμα του ναι και του όχι,

στον κόρφο της αλήθειας να καρφωθούν.


Όμοια τα χέρια σήκωσες,

προσευχή

κι ικεσία

και θυσία..



Φάνυ Πολέμη – απαγγελία
Μίνα Παπανικολάου


Πως σου μιλώ…

Πως σου τραγουδώ…

Πως δακρύζω απαντοχή…

Όλα έχουν πάρει την ουσία

αιωνόβιας ελιάς.


Αναδυόμενη υπονοείται η άνοιξη

προς το παρόν εφτασφράγιστη,

σαν μυστικό αρχαίου δράματος

που μένει ν’ ανακαλυφθεί

σε έμπιστα μάτια.


Σε καρτερώ και σ’ απαντέχω.

Θαρρώ…

νκήθηκε ο μισεμός

Στο βλέμμα γνέφει ολόγιομη η αγάπη.

Άγραφος έμεινε της οδύνης ο δρόμος.

Σε καρτερώ και σ’ απαντέχω.

Κι όσα σου γράφω

σχίζουν τα πέπλα της νοσταλγίας

για να γίνουν

ευκολοδιάβαστος ουρανός.



A major (τραγούδι)

Τάνια Νικολούδη – φωνή και πιάνο



Κι όταν το πλήρωμα του χρόνου φθάσει, θα απαντηθούν με σεμνότητα τα μυστήρια του κόσμου στην κοσμική γεωλογία του σύμπαντος. Θα δοθούν όλες οι διευκρινήσεις που επεξηγούν αναμνήσεις που έρχονται από το μέλλον κι αφορούν ένα άγνωστο παρελθόν στις μεταφυσικές αναζητήσεις των ποιητών. Για να εκταμιευτούν συναισθήματα που αποταμιεύτηκαν σε καιρούς άνυδρους. Για να χαρισθούν τα αποθέματα που για χρόνια κουβαλήθηκαν σε θηκάρια ψυχών.


Τα ποιήματα του Νίκου Π.Καρύδη γράφτηκαν πριν 40 χρόνια. Η Μίνα Παπανικολάου τα ανέσυρε, τα ανέδειξε και με γενναιοδωρία ψυχής, έδωσε τις δικές της λέξεις στον διάλογο μιας υποτιθέμενης ποιητικής συνεύρεσης. Ακολούθησε τα δικά του πατήματα σε όλα εκείνα που τον συντάραξαν. Ενδύθηκε την στοιχειωμένη συντριβή για να διασώσει τις λέξεις του ποιητή από την κονιορτοποίηση στο χρόνο. Ίσως κάποιας μοίρας ήταν γραφτό να γίνει τούτη η συνάντηση ή πάλι κάποια μακρινή πληγή που έπρεπε να κλείσει στους επώδυνους μετεωρισμούς.



Η ποιήτρια αφουγκράστηκε τους πόθους ενός ανθρώπου στα λυπημένα σώματα των ποιημάτων του. Παρασύρθηκε και προσέκρουσε στις δικές του αισθήσεις, επινοώντας δικές της που τον εμπεριέχουν. Κι εκεί στα θροΐσματα μιας άλλης εποχής θα καταθέσει την αφή στην στιγμοτυπία πυρπολημένων συναισθημάτων, ανακαλώντας τη άχρονη μνήμη, για να διαψεύδονται οι επαΐοντες πως δεν υπάρχει ζωή στα ποιήματα μετά τον βιολογικό θάνατον του ποιητή. Γιατί, μπορεί τα ποιήματα να γράφονται για το παρόν, ανήκουν όμως σ’ ένα ανεξιχνίαστο μέλλον που επιθυμεί να εξιχνιαστεί. Ας το αναζητήσουμε…



Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία
Θυσία ΙΙΙ - Νίκος Π.Καρύδης


Έμοιαζε γύρω η ζωή τελεστήριο

κι εσύ ιέρεια,

που με χέρια υψωμένα

στάχυ και ρόδι κράταες κι ακολούθαες

τ’ ανθρωπολόϊ το μεθυσμένο από άγνοια.

Κάποτε, ξέμπλεξες τα χέρια απ’ το λαιμό

κι η ομορφιά

κι η αποκοτιά, όλα μαζί-τί θάμα-

μπουμπούκι πέταξαν τα ολόγιομα κλαριά

μοίραζε μύρα η Άνοιξη

πλημμύρα ο έρωτας

αίμα ζεστό αναζέσταινε άλλο αίμα..


Έγειρες στο βωμό ιέρεια σεμνή του έρωτα

και πάλι υψώνοντας τα χέρια μου είπες:


Άραγε θάρθει κάποτε που η θυσία

ο βωμός

ο ναός

κι εμείς στου ήλιου το γέρμα

στο θάμπος της άνοιξης,

σκιές συμβολικές, θεοί στην αιωνιότητα θ’ απομείνουμε;

Σ’ αποκρίθηκα: όχι..



Φάνυ Πολέμη – απαγγελία
Μίνα Παπανικολάου



Όπως γαλήνια με κοιτάς,

γνωρίζω πια τις απαντήσεις

στα μυστήρια του κόσμου.


Μου μαθαίνεις,

γιατί κελαρύζουν τα νερά ιερών πηγών,

στα χέρια σου όταν βρίσκουν καταφύγιο.


Γιατί δυνατά λαμπυρίζουν τ’ άστρα

σε συννεφιασμένο ουρανό.

Γιατί η θλίψη αναδύεται

στο λίγο του χρόνου

που μου δόθηκε στη γη.

Για να Σε τιμώ!


Σε κρατώ σαν Άγιο Δισκοπότηρο,
στης θυσίας

το μεθυστικό σφιχταγκάλιασμα..



Απ’ τα κουμπάκια ανάμεσα (τραγούδι)
Γιώργος Βουζουλίδης – σόλο φωνή

*************************************************
Παρουσίαση στο ΕΝΑΣΤΡΟΝ Βιβλιοκαφέ
10/11/2012
ΑΘΗΝΑ





Aπό: http://anagnoseispoiiton.blogspot.gr/